Light Mode

Dark Mode

Τι θα γράψουν για εμάς μέσα σε 500 λέξεις;

Light Mode

Dark Mode

Στην ταινία Birdman or The Unexpected Virtue of Ignorance (7,7 αστέρια στο IMDB) του Alejandro G. Iñárritu, ο Riggan, ένας ξεπεσμένος ηθοποιός ταινιών δράσης, προσπαθεί να κάνει μια καλλιτεχνική στροφή στην καριέρα του ανεβάζοντας μια παράσταση στο Broadway. Σε ένα μπαρ συναντά μια κριτικό θεάτρου, την Tabitha Dickinson. Ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος:

Tabitha: Αύριο θα γράψω τη χειρότερη κριτική που έχεις διαβάσει και θα σου κατεβάσω το έργο. Θέλεις να μάθεις γιατί; Γιατί μισώ εσένα και όλους όσους αντιπροσωπεύεις. Τα δήθεν, εγωιστικά, κακομαθημένα παιδιά. Ευτυχισμένα και ανεκπαίδευτα, άπειρα και απροετοίμαστα να κάνουν έστω μια απόπειρα για την πραγματική τέχνη. Που μοιράζουν μεταξύ τους βραβεία για cartoon και πορνογραφία. Εδώ είναι θέατρο και δεν μπορείς να μπεις και να γράφεις, να σκηνοθετείς και να παίζεις το προπαγανδιστικό υλικό σου χωρίς να περάσεις από εμένα πρώτα.

Ακούγεται δίκαιο αλλά δεν είναι. Η κριτική ήταν πάντα εξουσία. Όταν δεν είχε εξουσία, δεν είχε κύρος. Η εξουσία πήγαζε από την αίσθηση εγωισμού του κριτικού, από το αλάθητο της γνώμης του, από το πόσο επιδραστική ήταν η γνώμη του στην αγορά. Όλοι οι κριτικοί το ξέρουν αυτό.

Riggan: Τι πρέπει να πάθει κάποιος στη ζωή του για να γίνει κριτικός; … (της δείχνει ένα λουλούδι). Έχεις ιδέα τι μπορεί να είναι αυτό; Δεν έχεις. Ξέρεις γιατί; Γιατί δεν μπορείς να το δεις αν δεν του κολλήσεις ετικέτα. Μπερδεύεις όλους αυτούς τους θορύβους στο κεφάλι σου με την πραγματική γνώση….Είμαι ένας γαμημένος ηθοποιός (αναπνέει βαθιά). Αυτή η παράσταση μού κοστίζει τα πάντα.

Ο αντίκτυπος μιας κακής κριτικής στα εισιτήρια μιας παράστασης, στη βιωσιμότητά της και στις αμοιβές των συνεργατών της είναι μια αδικία που ίσως να πρέπει να σκέφτεται κανείς όταν γράφει μια κριτική. Επίσης η φρασεολογία μιας κριτικής έχει μεγάλη σημασία αν είναι απαξιωτική ή όχι. Η ανεξαρτησία της σκέψης του κριτικού παίζει μεγάλο ρόλο και από αυτήν καθορίζεται και η ακεραιότητά του. 

Πόσο προστατεύουν όμως οι ίδιοι οι κριτικοί την ανεξαρτησία της σκέψης τους; Έχουν προσωπικές σχέσεις με τους δημιουργούς; Μήπως αυτό τους εμποδίζει να έχουν μια ανεξάρτητη γνώμη; Είναι αλήθεια οι φήμες που κυκλοφορούν για συντάκτες πολιτιστικού ρεπορτάζ που γράφουν επί πληρωμή παρουσιάσεις παραστάσεων μεταμφιεσμένες σε κριτικές; 

Ζητάμε πάρα πολλά, είναι αλήθεια, αλλά η δημόσια συζήτηση για την κριτική του θεάτρου, την κριτική της παραγωγής σύγχρονου πολιτισμού δηλαδή, είναι αυτή που θέτει τον πήχη στη συζήτηση.

Το θέατρο παραμένει μια από τις ελάχιστες τέχνες που δεν μπορείς να τις διακόψεις όσο συμβαίνουν. Ενώ η κριτική βγαίνει στην αγορά εκ των υστέρων, μερικές φορές την διαμορφώνει απονέμοντας εύσημα ή μομφές. Αυτήν τη δημιουργία ζήτησης της αγοράς για το καλλιτεχνικό τους έργο εκλιπαρούν όλοι οι δημιουργοί, για αυτό αναδημοσιεύουν τις κριτικές που πήραν. Ακόμη κι αν υπάρχει μόνο μία καλή φράση μέσα σε αυτές. Πράγμα που μπορεί να γίνει μέσω του echo effect που προκαλούν τα social media, αφόρητα γελοίο.

Riggan: Γράφεις μερικές παραγράφους, και λοιπόν; Τίποτα από όλα αυτά δεν στοιχίζει κάτι για σένα! Δεν διακινδυνεύεις τίποτα! Τίποτα! Τίποτα! Τίποτα! 

Tabitha: Δεν είσαι καλλιτέχνης, είσαι σελέμπριτι. Ας το ξεκαθαρίσουμε αυτό…

(Μαζεύει τις σημειώσεις της και βάζει το λουλούδι στο χέρι του Riggan).

Θα στην σκοτώσω την παράστασή σου.

Όσοι έχουν την εμπειρία στη δημιουργία μιας παράστασης ξέρουν ότι τίποτα δεν φτάνει για να κάνεις μια καλή παράσταση, ίσως γι’ αυτό και δεν την κάνεις ποτέ.

Όσοι έχουν την εμπειρία στη δημιουργία μιας παράστασης ξέρουν ότι τίποτα δεν φτάνει για να κάνεις μια καλή παράσταση, ίσως γι’ αυτό και δεν την κάνεις ποτέ.

Τι είναι όμως η περιφρόνηση σε ένα έργο τέχνης γραμμένη με περίτεχνες διατυπώσεις ή ακόμη χειρότερα μέσα από  τη χρήση επιθέτων (που φανερώνει γλωσσική φτώχεια) πέρα από ένα  μάλωμα; 

Ο κριτικός θεάτρου είναι και αυτός ένας συντελεστής της παράστασης, έστω ακούσιος, ένας προνομιούχος θεατής, κάποιος που η σκέψη του μπορεί να πάει βαθύτερα (έστω επί πληρωμή) με αφορμή ένα ζωντανό έργο τέχνης. Για να μπερδέψω ακόμη περισσότερο τα πράγματα, να πω ότι κανένας δεν μπορεί να είναι υπεράνω της κριτικής. Η κριτική του υπάρχοντος κόσμου είναι μια διαδικασία όπως η αναπνοή, όπως όταν εισπνέεις κατανοείς τον κόσμο, όταν εκπνέεις τον κρίνεις. Σαν νοήμονα όντα κατασκευάζουμε τις ταυτότητές μας αξιολογώντας πρόσωπα και πράγματα. Όλοι κρίνουν τα πάντα, συνέχεια. Αν κάποιος έχει πρόβλημα με αυτό, τότε ζει λάθος ζωή. Τι δουλειά όμως είναι αυτή που απλώς λες τη γνώμη σου; Και πόσο εγωιστικό μπορεί να είναι αυτό όταν η κριτική είναι γραπτή; Δηλαδή παραμένει αναλλοίωτη στον χρόνο; 1Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περίπτωση ενός κριτικού, του Κόκο, που υπάρχει στο βιβλίο Περί Ηρώων και Τάφων, του Ernesto Sabato. Οι κριτικές του ήταν πάντα τόσο διφορούμενες, ώστε δεν ήξερες αν η κριτική ήταν καλή ή κακή, γιατί χρησιμοποιούσε φράσεις όπως: Ο ηθοποιός της παράστασης δεν φοβάται να αντιμετωπίσει την ανία του κοινού του.

Ο κριτικός θεάτρου είναι και αυτός ένας συντελεστής της παράστασης, έστω ακούσιος, ένας προνομιούχος θεατής, κάποιος που η σκέψη του μπορεί να πάει βαθύτερα (έστω επί πληρωμή) με αφορμή ένα ζωντανό έργο τέχνης.

Όπως έχουν γίνει εγκλήματα στο όνομα της πατρίδας και της αγάπης, έτσι και το όνομα της τέχνης έχει το μερίδιό της σε αυτήν τη βαναυσότητα. Συναισθηματική κακοποίηση, σεξουαλική παρενόχληση, χειριστικές συμπεριφορές, σκληροί χειρισμοί, απλήρωτη εργασία και (στο θέμα μας) κακές, απαξιωτικές κριτικές. Υπήρξαν κριτικές λίβελοι με εξαιρετικά φτηνή γλώσσα από ανθρώπους που ονειρευόταν να γίνουν μέλη της Ακαδημίας Αθηνών. 2Υπάρχουν φυσικά και εξαιρέσεις. Διαβάζοντας τις κριτικές της Ελ. Βαροπούλου από το 1974 μέχρι το 2002 συγκεντρωμένες όλες σε έναν τόμο με τίτλο Το Ζωντανό Θέατρο, θα πει κανείς ότι λίγα τωρινά κείμενα κριτικής θεάτρου έχουν ελπίδα να επιζήσουν στο μέλλον και να γίνουν αναφορά για τους επόμενους. Ας εξαιρέσουμε επίσης τη ματιά του Γιώργου Σαμπατακάκη.

Η κριτική εδώ και καιρό κινεί μια υποψία για την ακεραιότητα της γνώμης της, αν ποτέ υποθέσουμε ότι την είχε. Για να μην είμαι άδικος, να πω εδώ ότι υπάρχουν πια Έλληνες κριτικοί που ξέρουν πολύ καλά το ελληνικό αλλά και το ευρωπαϊκό τοπίο, κριτικοί που έχουν θεωρητικές σπουδές πίσω τους, κριτικοί που διαβάζοντάς τους βιώνεις τη νοηματική περιπέτεια μιας παράστασης από μια άλλη πλευρά και αυτό είναι πολύ ελπιδοφόρο και παρήγορο. Κάποιοι από αυτούς γράφουν και καλά ελληνικά, εξίσου σημαντικό. 

Το θέμα είναι τόσο περίπλοκο, που συζητώντας το ως συντακτική ομάδα δεν καταφέραμε να βρούμε άκρη. Ήταν καλοκαίρι, οπότε έφυγε ο καθένας μας με τις σκέψεις του, στριφογυρίζαμε γύρω από κάποιες λέξεις χωρίς να καταλήξουμε πουθενά, η λέξη κριτική ακούστηκε δέκα φορές, η λέξη άγνοια τέσσερις φορές, η λέξη πρόθεση τρεις φορές, τα ονόματα κάποιων κριτικών ακούστηκαν σε πέντε περιπτώσεις, η λέξη παιδεία ακούστηκε τρεις φορές, η λέξη εμπάθεια αναφέρθηκε πέντε φορές, το όνομα Κώστας Γεωργουσόπουλος δεν ακούστηκε ποτέ, η λέξη κουλτούρα ειπώθηκε τέσσερις φορές αλλά δεν έβγαινε νόημα και αρχίσαμε τη συζήτηση από την αρχή, τη λέξη δίκαιο δεν τόλμησε να την πει κανείς (καμία κριτική δεν είναι δίκαιη), ο όρος προσβλητική φρασεολογία ειπώθηκε σε πέντε περιπτώσεις, οι λέξεις αγορά και πληρωμένες κριτικές ακούστηκαν δύο φορές. Οι λέξεις δραματουργία, καλοκαίρι, facebook, Φεστιβάλ Αθηνών, κοινό, διακοπές ακούστηκαν σε τρεις περιπτώσεις, έπειτα η συζήτηση σταμάτησε.

Αν κάποιος όμως με ρωτήσει τι πιστεύω, απαντάω ότι θα ήθελα η δουλειά μου να μην προκαλεί γελοία σχόλια ή φτηνές λογικές επεξηγήσεις, να μην έχει συγκεκριμένες προκαταλήψεις πολιτικές ή σεξουαλικές, να μην αναπαράγει το παρελθόν και να μιλάει καλά ελληνικά. Οτιδήποτε άλλο είναι φτηνή κριτική για μένα. Ή όπως έλεγε κι ένας φίλος μου: Δεν σέβομαι κανέναν που δεν σέβεται εμένα.

 

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email