Light Mode

Dark Mode

Το θέατρο που θέλουμε

Light Mode

Dark Mode

Μια από τις πιο συχνές κατηγορίες που μας προσάπτουν οι μεγαλύτεροι είναι ότι η νέα γενιά «μόνο να γκρινιάζει ξέρει». Αυτό σκεφτόμαστε με το που καθόμαστε να καταγράψουμε τις ιδέες μας για το μέλλον του θεάτρου και φρενάρουμε απότομα. Είναι όλα όσα έχουμε να πούμε κάτι παραπάνω από ένα μικρό δικαστήριο όπου θα κρίνουμε την τέχνη, όπως αυτή υφίσταται τώρα, και θα καταδικάσουμε τους ενόχους; Παράπονα έχουμε πολλά, δεν θα το κρύψουμε. Αν θέλετε όμως να είμαστε απολύτως ειλικρινείς – και θα μας επιτρέψετε να περιαυτολογήσουμε σε αυτό το σημείο – πιστεύουμε ότι χωρίς τη δική μας κριτική, ο χώρος αυτός θα μείνει στάσιμος. Ο κόσμος αλλάζει, εξελίσσεται (ίσως μάλιστα βελτιώνεται, αν θέλουμε να είμαστε αισιόδοξοι) και εμείς οφείλουμε να σπρώχνουμε διαρκώς προς αυτή την κατεύθυνση. Θα φροντίσουμε για καθετί που κατακρίνουμε να έχουμε τις αντίστοιχες αντιπροτάσεις. Ζητάμε, όμως, κι εσείς όμως απ’ την πλευρά σας, να μας ακούσετε. 

Το πρώτο θέμα που μας απασχολεί είναι το λεγόμενο «θέατρο για εφήβους». Μαθήτρια της Β’ Λυκείου η μία, πρωτοετής φοιτήτρια η άλλη, είχαμε αρκετό χρόνο για να εξερευνήσουμε τη σκηνή αυτή τα τελευταία χρόνια. Μέσα από κουβέντα όμως συνειδητοποιούμε ότι από τις πολυάριθμες παραστάσεις που έχει παρακολουθήσει η καθεμία, ελάχιστες ανήκαν πραγματικά στη σκηνή αυτή και ακόμα λιγότερες μας έχουν αγγίξει. Το πρόβλημα είναι απλό: το εφηβικό θέατρο σπάνια ήταν όντως «εφηβικό». Είτε συνέκλινε περισσότερο προς το ενήλικο κοινό και απλά φορούσε την ταμπέλα του νεανικού, είτε – και αυτό ήταν και το πιο συχνό – απευθυνόταν σε παιδιά. 

Αναγνωρίζουμε βέβαια ότι αυτό που ζητάμε συνεπάγεται μια άκρως δυσεπίτευκτη ισορροπία ανάμεσα στο στοιχείο της παιδικότητας και της ωριμότητας, μια ισορροπία που αντιπροσωπεύει τα εφηβικά χρόνια. Αφού όμως και οι σκηνοθέτες και οι σκηνοθέτιδες των νεανικών παραστάσεων έχουν περάσει από τη θέση αυτή, δεν θα έπρεπε να μπορούν με ευκολία να ταυτιστούν με τους σημερινούς νέους; Ίσως έτσι να θέλουν να πιστεύουν. Οι καιροί όμως αλλάζουν και ο άνθρωπος ξεχνά (δεν σας κατηγορούμε, αλλά θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς…). Είτε για λόγους αποφυγής θεμάτων ταμπού, τα οποία όσο δύσκολο είναι να συζητηθούν, τόσο αναπόσπαστα είναι από μια στοιχειωδώς πειστική αφήγηση των εφηβικών χρόνων, είτε γιατί ίσως τελικά ούτε ο πιο ανοιχτόμυαλος ενήλικος δεν ξεφεύγει από τα στερεότυπα που με ζήλο τον βομβαρδίζουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης σχετικά με τις νεότερες γενιές. Το τελικό αποτέλεσμα απέχει από τις πραγματικές ανησυχίες των εφήβων όσο και οι ηθοποιοί του απέχουν ηλικιακά από τους χαρακτήρες, οδηγώντας σε μια αναπαράσταση-παρωδία. 

Το πρόβλημα είναι απλό: το εφηβικό θέατρο σπάνια ήταν όντως «εφηβικό». Είτε συνέκλινε περισσότερο προς το ενήλικο κοινό και απλά φορούσε την ταμπέλα του νεανικού, είτε – και αυτό ήταν και το πιο συχνό – απευθυνόταν σε παιδιά. 

Κι ενώ δεν μπορούμε να ζητήσουμε να γυρίσετε τον χρόνο πίσω και να θυμηθείτε τα νιάτα σας (και πάλι συγγνώμη), έχετε πάντα τη δυνατότητα να εμπλέξετε σε κάθε στάδιο της δημιουργικής διαδικασίας το κοινό που στοχεύετε, να συζητήσετε μαζί του, να ζητήσετε τη συνδρομή του – είτε στη διάρκεια των προβών, είτε και πάνω στην ίδια τη σκηνή. Πολύ απλά: θεωρούμε ότι η πιο ειλικρινής εξιστόρηση, απαλλαγμένη από τους φόβους του δημιουργού για μια ενδεχόμενη απογοήτευση του κοινού, θα είναι αυτή η οποία βασίζεται στην άμεση και αφιλτράριστη ανατροφοδότηση – και αν το θεωρείτε ρίσκο, σας υποσχόμαστε ότι δεν είναι, και αναλαμβάνουμε πλήρως, εμείς, την ευθύνη.

Ένα από τα ερωτήματα που προκύπτουν όσο συζητάμε για «απαγορευμένα θέματα», ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα: πόσο επιτρέπεται να εκθέσεις έναν νέο άνθρωπο σε θέματα πολιτικής, τόσο γενικότερου ιστορικού περιεχομένου, όσο (κι εδώ συνήθως αρχίζουν οι προβληματισμοί) και σε σύγχρονα ζητήματα που αντιμετωπίζει η χώρα του; Η απάντησή μας είναι: «όσο θα τολμήσεις εσύ να μιλήσεις χωρίς να κρύβεσαι πίσω από το δάχτυλό σου». 

Η αλήθεια είναι, όσο κι αν μας αρέσει να την αγνοούμε, ότι η δική μας γενιά έπεσε στα βαθιά γρήγορα και απότομα, γεγονός που την καθιστά την πιο ευαισθητοποιημένη μέχρι τώρα. Μεγαλώσαμε μέσα στην οικονομική κρίση και στο προσφυγικό, μάθαμε από το Δημοτικό ακόμα ποια τρόφιμα είναι μακράς διαρκείας, πήγαμε με κέρματα στο χέρι στο σούπερ μάρκετ και κάναμε ψώνια «για τις οικογένειες που το είχαν ανάγκη» – τις οικογένειες αυτές δεν τις ξέραμε, αλλά μάλλον όσο μικρότερα τα ψηφία της ηλικίας, τόσο πιο αυθόρμητη η επιθυμία για προσφορά βοήθειας. Με την άνοδο του κινήματος κατά της κλιματικής καταστροφής, είδαμε στην τηλεόραση εφήβους στην ηλικία μας ή και ακόμα μικρότερους να τσακώνονται με τους ισχυρότερους ανθρώπους του πλανήτη, αγοράσαμε μεταλλικά παγούρια και καλαμάκια, γίναμε βίγκαν, βετζετέριαν, πεσκετέριαν και ό,τι άλλο σε -έριαν μπορούσε ο καθένας να υποστηρίξει, βγήκαμε στους δρόμους και διαδηλώσαμε. Το 2019, τα παιδιά του 2002 σε ηλικία δεκαεπτά ετών έγιναν οι πρώτοι ανήλικοι (!) ψηφοφόροι των βουλευτικών εκλογών της Ελλάδας. 

Σας ρωτάμε λοιπόν, και η ερώτηση είναι άκρως ρητορική: πιστεύετε ότι ένας νέος άνθρωπος σήμερα δεν θα μπορέσει να διαχειριστεί μια παράσταση πολιτικού περιεχομένου; Αντιθέτως, διψάει για ενημέρωση, ζητά απελπισμένα νέους τρόπους για να διοχετεύσει τους προβληματισμούς του, να μοιραστεί τις ανησυχίες του. Στο κάτω κάτω, τα ίδια δημοκρατικά δικαιώματα που έχετε εσείς, έχουμε κι εμείς. Γιατί λοιπόν να αποκλειστούμε από τον διάλογο που τα τροφοδοτεί; Αν φοβάστε ότι δεν θα κατανοήσουμε ορισμένες ιστορικές ή εννοιολογικά σύνθετες πτυχές μιας τέτοιας παράστασης, εξηγήστε μας (κι εμείς με τη σειρά μας υποσχόμαστε να μην το παίξουμε ξερόλες και να ακούσουμε). Αν όμως φοβάστε ότι αδιαφορούμε απέναντι σε τέτοια ζητήματα, τότε πολύ απλά, χωρίς ίχνος αυτολύπησης και χωρίς να ζητάμε τον οίκτο σας, σας απαντάμε ότι δεν μας έχει δοθεί αυτή η επιλογή.

Αυτός είναι ο κόσμος στον οποίο ζούμε. Γι’ αυτό κιόλας μας εκπλήσσει που είναι εντελώς διαφορετικός από αυτόν που βλέπουμε στη θεατρική σκηνή. Αν όχι στο όνομα ενός κοινωνικού ακτιβισμού, τότε στο όνομα του (όποιου) ρεαλισμού, πού είναι οι ΛΟΑΤΚΙ+ χαρακτήρες; Πού είναι οι ανάπηροι, οι νευροαποκλίνοντες και (τονίζουμε το «και», σε αντίθεση με το «ή», γιατί οι πραγματικοί άνθρωποι δεν επιλέγουν ΜΙΑ ταυτότητα για ξεκάρφωμα και ξεμπερδεύουν) οι εθνικής ποικιλομορφίας χαρακτήρες; Και όταν αυτοί – σπανίως – εμφανίζονται, γιατί πρέπει ο ρόλος τους να είναι είτε δευτερεύων είτε καθαρά επικεντρωμένος στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν ως κομμάτι της μειοψηφίας; Ο cis, ετεροφυλόφιλος, λευκός, αρτιμελής, νευροτυπικός άντρας ως επίκεντρο της πλειοψηφίας των έργων που ανεβαίνουν, όχι μόνο έχει κουράσει, αλλά αποξενώνει σιγά σιγά και το κοινό. 

Σας ρωτάμε λοιπόν, και η ερώτηση είναι άκρως ρητορική: πιστεύετε ότι ένας νέος άνθρωπος σήμερα δεν θα μπορέσει να διαχειριστεί μια παράσταση πολιτικού περιεχομένου;

Θέλουμε χαρακτήρες στους οποίους να μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας, τους φίλους μας, τα αγόρια/κορίτσια/συντρόφους (οποιουδήποτε φύλου) μας, και μάλιστα που να έχουν γραφτεί και να παίζονται από ανθρώπους που να ανήκουν στις ίδιες τις μειονότητες τις οποίες περιγράφουν. Αποτελεί άμεση απαίτηση του νεανικού κοινού (βαριά λέξη, το γνωρίζουμε, αλλά παρόλα αυτά θα τη χρησιμοποιήσουμε) η σωστή εκπροσώπηση των μειονοτήτων, και μάλιστα όχι για λόγους ηθικής απενοχοποίησης, αλλά πολύ απλά γιατί έτσι είναι ο κόσμος. Όποιος αρνείται να τον αποτυπώσει, μάλλον αρνείται και να ζήσει σε αυτόν και τις δικές του αυταπάτες δεν θα τις θρέψουμε εμείς.

Δεν μπορούμε βέβαια να παραλείψουμε το προφανές, όταν κάνουμε προτάσεις για το μέλλον του θεάτρου: τον ρόλο που θα διαδραματίσει η τεχνολογία. Οι ηλεκτρονικές συσκευές και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έρχονται να προσφέρουν ολοκαίνουργιες πλατφόρμες για να επεκταθεί ο καλλιτέχνης και νέες δυνατότητες για να πειραματιστεί, όσο τα ψηφιακά μέσα εξελίσσονται και καθίστανται όλο και πιο εύκολα προσβάσιμα. Ίσως επιδράσει η τεχνολογία στους παραδοσιακούς χώρους της τέχνης, με εικονικές περιηγήσεις και διαδικτυακές παραστάσεις; Ή στην ίδια την εμπειρία των θεατών και την αλληλεπίδρασή τους με το έργο τέχνης, και με το πάτημα ενός κουμπιού τούς επιτρέπει να γίνουν συνδημιουργοί; Στη νέα δεκαετία το παντοδύναμο smartphone και οι εφαρμογές του προσπαθούν σιγά σιγά να εισχωρήσουν στον χώρο του σύγχρονου θεάτρου, και οι προτάσεις τους είναι ομολογουμένως δελεαστικές. 

Αντί να σας πούμε λοιπόν το προφανές – δεν είμαστε ούτε προγραμματίστριες ούτε σκηνοθέτιδες ώστε να δώσουμε τους Δέκα Συν Έναν τρόπους για το καινούργιο αυτό φαντασμαγορικό, «ψηφιακό» θέατρο – θα σας πούμε το αντίθετο: ΜΗΝ επαναπαυθείτε στον εντυπωσιασμό. Το ομολογούμε, το άγνωστο και το καινούργιο, όταν συνδυάζονται με τον στερεοτυπικό νέο, για τον οποίο το κινητό τηλέφωνο αποτελεί προέκταση του χεριού του, τραβάνε την προσοχή. Αν όμως είμαστε σίγουρες για ένα πράγμα, αυτό είναι ότι τίποτα, όσο δημοφιλές ή εντυπωσιακό και να είναι, δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ουσιαστικό περιεχόμενο και τον διάλογο μεταξύ έργου και θεατή. 

Αν μία ιδέα μπορεί να απογειωθεί με τη βοήθεια των τεχνικών μέσων, θα είμαστε στην πρώτη σειρά για να τη στηρίξουμε. Η χρήση όμως της τεχνολογίας στο όνομα και μόνο της χρήσης της τεχνολογίας, δεν μπορεί παρά να φέρει ένα άκρως επιφανειακό αποτέλεσμα, αποστειρωμένο από κάθε μορφής ζωντάνια και ανθρωπιά, ένα δόλωμα από την παρουσία του οποίου ο απαιτητικός θεατής θα προσβληθεί. Ειδικά βγαίνοντας από την καραντίνα, ο καθένας μας θα έχει περάσει ήδη τόσες ώρες μπροστά από μία οθόνη όσες θα πέρναγε σε μία ζωή. Μη σπαταλήσετε τον χρόνο μας μόνο και μόνο επειδή το μπάτζετ σας το επιτρέπει.

Αυτά λοιπόν είναι όσα είχαμε να πούμε για το μέλλον του θεάτρου. Ή και όχι. Γιατί με κάθε στιγμή που περνάει θα έχουμε νέους προβληματισμούς, νέα παράπονα, νέες προτάσεις. Θα σκεφτείτε ίσως ότι είμαστε άτομα είτε δύστροπα, είτε αχάριστα, είτε εγωπαθή και ερωτευμένα με τον ήχο της φωνής μας όταν γκρινιάζουμε, είτε μας την έχει βαρέσει ο εγκλεισμός, τα τηλεμαθήματα και τα ηλεκτρονικά εργαστήρια. Μάλλον όμως είμαστε απλά κουρασμένα μεν, παθιασμένα δε, τόσο για όσα συμβαίνουν γύρω μας όσο και για την τέχνη που γεννάται από αυτά, με φωνές δυνατές που θέλουμε -και θα τις κάνουμε- να ακουστούν.

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email