Light Mode

Dark Mode

Σκηνοθετώντας το εθνικό φαντασιακό

Light Mode

Dark Mode

Υπάρχει μια φωτογραφία με τους εξόριστους στα στρατόπεδα της Μακρονήσου, όπου κατασκευάζουν ένα ομοίωμα του Παρθενώνα. Στη Μακρόνησο εφαρμόστηκε ένα κρατικά οργανωμένο πρόγραμμα «αναμόρφωσης» και «εθνικής επανένταξης» των αριστερών κρατούμενων, στο οποίο έπαιξε βασικό ρόλο η χρήση των κλασικών αρχαιοτήτων, από την κατασκευή αντίστοιχων ομοιωμάτων ως την παρατήρηση του ναού του Ποσειδώνα στο Σούνιο, που ήταν ορατός από το νησί.  Επίσης, αυτή η λειτουργία δεν αφορούσε μόνο τους κρατούμενους, άλλα και τον υπόλοιπο πληθυσμό της Ελλάδας που «κοίταζε» τη Μακρόνησο.1Γιάννης Χαμηλάκης, Το έθνος και τα ερείπιά του..

Αντιπαραθέτω λοιπόν αυτή τη φωτογραφία στο περσινό στιγμιότυπο από την παράσταση των Περσών του Αισχύλου στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, όπου ο σκηνοθέτης και πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου φιλάει μια ρεπλίκα του Παρθενώνα υπό το βλέμμα του Πρωθυπουργού, της Υπουργού Πολιτισμού και της Προέδρου της Δημοκρατίας. Την αντιπαραθέτω ακόμα στην απόφαση αντικατάστασης της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού από την «Ερευνητική», που θα είχε μοναδικό αντικείμενο τη μελέτη και την παρουσίαση των αρχαίων ελληνικών κειμένων και στόχο, όπως είπε o πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής, να αξιοποιηθεί «το μέχρι σήμερα αναξιοποίητο κεφάλαιο του τουριστικού ενδιαφέροντος, μέσω της παροχής μιας ψυχαγωγικής-επιμορφωτικής υπηρεσίας που μπορεί να λειτουργεί τόσο αυτοτελώς, όσο και συμπληρωματικά στις συνήθεις πολιτιστικές δράσεις του τουρισμού».2https://www.liberal.gr/apopsi/ena-ereunitiko-oneiro-tou-dimitri-lignadi-ulopoieitai/349116

Καθώς διανύουμε το έτος της επετείου των διακοσίων ετών από την Επανάσταση του 1821, μπορούμε να παρατηρήσουμε αναδρομικά την παραγωγή και αναπαραγωγή του εθνικού αφηγήματος με αισθητηριακό τρόπο από μέρους του Εθνικού Θεάτρου, καθώς και του Φεστιβάλ (Αθηνών) Επιδαύρου. Προχωρώντας μάλιστα πέρα από τα προαναφερθέντα παραδείγματα, θα μπορούσαμε να στρέψουμε το βλέμμα σε μια διαχρονική προσπάθεια συνύφανσης του παραστατικού γεγονότος με το εθνικό φαντασιακό, τις μυθολογίες που ακολουθούν το εθνικό αφήγημα από ίδρυσης του ελληνικού κράτους, καθώς και τον τουρισμό. Τι συμβαίνει, όμως, όταν η θεατρική διαδικασία εργαλειοποιείται, εγκλωβίζοντας την εμπειρία του θεατή σε αυτό που ο Δημήτρης Πλάντζος ονομάζει «πρόσφατο μέλλον», δηλαδή σε μια επί σκηνής δημιουργία μιας στιγμής «ιστορικής αυτοπεποίθησης και συνειδησιακής κορύφωσης, κατά την οποία το μέλλον φαντάζει ήδη βιωμένο»;3Δημήτρης Πλάντζος, Το πρόσφατο μέλλον.

Και τι σημαίνει επίσης να εντάσσεται αυτό σε μια οικονομία της προσοχής που στοχεύει στο τουριστικό βλέμμα;

Η γέννηση του Φεστιβάλ Επιδαύρου και οι εργασίες αποκατάστασης του αρχαίου θεάτρου υπήρξαν αναπόσπαστο μέρος μιας πολιτικής απόφασης μετατροπής του «πολιτιστικού αποθέματος» σε τουριστικό κεφάλαιο, στο πλαίσιο μάλιστα του Σχεδίου Μάρσαλ, όπου το Εθνικό Θέατρο, φέροντας μια επινοημένη ελληνική παράδοση στις παραστάσεις Αρχαίου Δράματος, ήταν ο αποκλειστικός κάτοχος της σκηνής για τα πρώτα είκοσι χρόνια.

Η γέννηση του Φεστιβάλ Επιδαύρου και οι εργασίες αποκατάστασης του αρχαίου θεάτρου υπήρξαν αναπόσπαστο μέρος μιας πολιτικής απόφασης μετατροπής του «πολιτιστικού αποθέματος» σε τουριστικό κεφάλαιο, στο πλαίσιο μάλιστα του Σχεδίου Μάρσαλ, όπου το Εθνικό Θέατρο, φέροντας μια επινοημένη ελληνική παράδοση στις παραστάσεις Αρχαίου Δράματος, ήταν ο αποκλειστικός κάτοχος της σκηνής για τα πρώτα είκοσι χρόνια. Η επένδυση των ίδιων των αρχαίων ερειπίων με μια επιτελεστική δύναμη, όταν έρθει σε επαφή με το αρχαίο δράμα και το «αποκλειστικό δικαίωμα» των Ελλήνων σκηνοθετών σε αυτό, επινοεί μια πιστοποίηση της συνέχειας της σύγχρονης Ελλάδας με τους αρχαίους προγόνους και το ένδοξο παρελθόν. Μαζί με αυτή την προσπάθεια εθνικής αυτοεπιβεβαίωσης, και μέσω αυτής, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε, επίσης, ένα νεύμα προς το «έξω», προς την Ευρώπη που μας «κοιτάζει», ενώ δίνουμε τις διαπιστεύσεις μας πως είμαστε άξιοι συνεχιστές αυτής της παράδοσης και μας αναλογεί ένα αντίστοιχο μέλλον. Το παραστατικό γεγονός, καθώς προσφέρεται, με τρόπο βιωματικό και αισθητικό, σε τέτοιες επιδιώξεις της κυρίαρχης εξουσίας και των εκάστοτε κυβερνήσεων, καταλήγει να γίνεται θέαμα προς τουριστική κατανάλωση και μετατρέπει τόσο τους εμπλεκόμενους θεατρικούς θεσμούς, όσο και την ίδια τη σκηνή σε ένα είδος μουσείου.

Εκκινώντας από αυτό το σημείο, μπορούμε να αναρωτηθούμε τι είναι μια θεατρική παράσταση, αν παρέχει μονάχα μία «παρουσία», αν εγκλωβίζει το βλέμμα του θεατή σε μία και μοναδική ορατότητα, η οποία μάλιστα αναγνωρίζεται από την εξουσία. «Είναι καλύτερα να μην κάνεις τίποτα», γράφει ο Alain Badiou στη 15η θέση του για τη σύγχρονη τέχνη, «παρά να συνεισφέρεις στη δημιουργία κανονιστικών τρόπων που αποδίδουν ορατότητα σε αυτό που η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ήδη αναγνωρίζει ως υπάρχον».4Badiou, Alain, ‘Thèses Sur l’art Contemporain’, Performance Research, 9.4

Τα ερείπια της αρχαιότητας, είτε μιλάμε για τα αρχαία θέατρα είτε για τα αρχαία κείμενα, και ακόμα περισσότερο τα ερείπια του παρόντος, έχουν επίσης τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν από το παραστατικό γεγονός με τρόπο που να προκαλούν ρήξη στην έννοια της «συνέχειας». Να λειτουργήσουν περισσότερο ως ίχνη που υποβάλλουν έναν μεταιχμιακό χώρο μεταξύ παρουσίας και απουσίας, παρά ως μια συμπαγής παρουσία. Σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να αποκτήσει ορατότητα το μη-ορατό, να διεκδικήσει την προσοχή που δεν λαμβάνει εντός της συγχρονίας μας.

Θα μπορούσαμε άραγε να δούμε ποτέ στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου να αρθρώνεται ένας θεατρικός λόγος που θα έφερνε στην επιφάνεια μια νέα ορατότητα του ίδιου του χώρου; Που θα τον μετέτρεπε από μνημείο μιας ένδοξης αρχαιότητας σε ένα μνημείο της νεωτερικότητας, που τα ερείπιά του θα μας επέτρεπαν να δούμε αποστασιοποιημένα τη σχέση  εθνικισμού, κρυφο-αποικιοκρατίας και  τουρισμού;5Ο Γ. Χαμηλάκης αναφέρεται στην εμφάνιση μιας ομοιότητας του εθνικισμού και του τουρισμού, καθώς αμφότεροι προωθούν ένα πλαίσιο κοινωνικού βίου, όπου το θέαμα και η επιτήρηση συνδυάζονται.

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email