Light Mode

Dark Mode

Σημειώσεις πάνω σε συλλογικές καλλιτεχνικές πρακτικές

Light Mode

Dark Mode

Σημειώσεις πάνω σε συλλογικές καλλιτεχνικές πρακτικές | Μια συμβιωτική διαδικασία παραγωγής

Είμαστε η κολεκτίβα καλλιτεχνών Medea Electronique. Οι δραστηριότητές μας περιλαμβάνουν παραστάσεις με πολυμέσα (multimedia), εγκαταστάσεις,  δράσεις διευρυμένης πραγματικότητας, συνθέσεις ηλεκτροακουστικής μουσικής, sound art, καθώς και το καλλιτεχνικό εργαστήριο Κουμαριά, στο χωριό Σελλασία, στη Σπάρτη. Αυτό που ακολουθεί είναι το απόσταγμα της δεκαετούς συνεργασίας και των μακροσκελών συζητήσεων ανάμεσα σε τέσσερα μέλη (από τα πολλά) της Medea Electronique. Είναι μόνο ένα δείγμα από τις συζητήσεις που λαμβάνουν χώρα σε μόνιμη βάση, με όλα τα μέλη μας και αφορούν στο ποιοι είμαστε, τι θέλουμε να γίνουμε και πώς να εξελιχθούμε. Καθρεφτίζουν την ξεχωριστή αντίληψη του καθενός μας για το παρελθόν της ομάδας. Είναι τρόπον τινά ένα «στοπ καρέ» ενός διαρκώς εξελισσόμενου αυτοσχεδιασμού των τεσσάρων  μας, που σε συνδυασμό με τις συλλογικές καλλιτεχνικές μας πρακτικές, θεμελιώνουν την αίσθησή μας για την αλληλεγγύη και την κοινότητα. Άξονας της συζήτησης η ομαδικότητα, η εποχή μας, η τέχνη και η τεχνική, η έννοια της πρωτοπορίας. Θα θέλαμε πολύ να είναι σε αυτή τη συζήτηση και ο Παναγιώτης Γουμπούρος, από τα πιο παλιά μέλη της Medea Electronique, πάντοτε ανατρεπτικός και στοχαστικός. Όμως εδώ και 4 μήνες δεν είναι μαζί μας. Αφιερώνουμε το κείμενο σε εκείνον. Η μνήμη του ζώσα, εδώ.

Με αγάπη από την Αθήνα και το Μόντρεαλ,

Medea Electronique

 

Η Medea Electronique είναι μια διακαλλιτεχνική (cross-art) κολεκτίβα 

Μανώλης Μανουσάκης: Αν και οι καλλιτεχνικές συλλογικότητες δηλώνουν με πολλούς, διαφορετικούς τρόπους το συλλογικό πνεύμα και την ταυτότητά τους, μια καλλιτεχνική συλλογικότητα δεν χρειάζεται να αποτελεί κοινότητα. Ούτε να εφαρμόζει το μοντέλο της διευρυμένης οικογένειας, ούτε να μοιράζεται κοινό πολιτικό υπόβαθρο και φιλοσοφικές πεποιθήσεις. Η συλλογικότητα μπορεί να είναι απλά ένα μοντέλο παραγωγής που εξυπηρετεί τους καλλιτεχνικούς στόχους όλων των καλλιτεχνών που συμμετέχουν σε αυτή. Ή αλλιώς ένα όχημα για την πρόσβαση στη σύγχρονη αγορά τέχνης. Ένα εργαλείο που βοηθάει ανεξάρτητα τους καλλιτέχνες της να δημιουργήσουν διακαλλιτεχνικά έργα που θα οδηγήσουν σε επιτυχία στην καλλιτεχνική αγορά.   

O πυρήνας της συλλογικής δουλειάς στην τέχνη συνίσταται στο ότι η ηθική ευθύνη για το κάθε έργο μοιράζεται σε περισσότερα από ένα άτομα.

Η Medea Electronique είναι μια κολεκτίβα η οποία δημιουργεί διακαλλιτεχνικά έργα που εμπλέκουν τη μουσική, το video-art, τη φωτογραφία, το animation, την εικαστική εγκατάσταση και άλλες καλλιτεχνικές πρακτικές. Η παραγωγή διακαλλιτεχνικών έργων στην ελεύθερη καλλιτεχνική αγορά προϋποθέτει τη δημιουργία καλλιτεχνικών ομάδων διαφορετικών μεγεθών, πρόθυμων να συνεργαστούν. Τα συλλογικά σχήματα είναι ενδεχομένως μια πολύ αποδοτική μέθοδος για να δημιουργηθούν μεγάλα έργα, με αυξημένες πιθανότητες θετικού αντίκτυπου. Η φύση των διακαλλιτεχνικών έργων και η αναγκαία εμπλοκή μεγάλου αριθμού καλλιτεχνών στη δημιουργική διαδικασία, καθιστά ζωτικής σημασίας την ύπαρξη σύμπνοιας ανάμεσα στους καλλιτέχνες (όπως και σε κάθε πολυμεσική παραγωγή). Αυτή η άρρητη συμφωνία είναι η βάση της συλλογικής ή συνεργατικής δουλειάς, εκ των ων ουκ άνευ, στοιχείο-κλειδί για τη μέθοδο παραγωγής, που θα βοηθήσει τους παραγωγούς και τους καλλιτέχνες που συμμετέχουν ενεργά να συνεργαστούν δημιουργικά και απελευθερωτικά.

 

Το συλλογικό έργο τέχνης

Eric Lewis: Για μένα, ο πυρήνας της συλλογικής δουλειάς στην τέχνη συνίσταται στο ότι η ηθική ευθύνη για το κάθε έργο μοιράζεται σε περισσότερα από ένα άτομα. Ως μέλος της Medea, θεωρώ τον εαυτό μου υπεύθυνο για όλα μας τα πρότζεκτ στο σύνολό τους, καλά ή κακά. Η συλλογικότητα είναι με αυτή την έννοια πολύ κοντά και στον καλλιτέχνη που δουλεύει μόνος του. Όλα τα έργα της Medea είναι συλλογικά. Ένα βίντεο με έναν χορευτή στο προσκήνιο δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς αυτόν να χορεύει, αλλά επίσης δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς τον άνθρωπο που οδήγησε μέχρι τη στάση του λεωφορείου και στη συνέχεια παρέλαβε όλο το συνεργείο από εκεί. Παρόλο που κάποιες συλλογικές δουλειές είναι προϊόντα που υπόκεινται στο εφήμερο και οι ομάδες δουλεύουν μαζί προσωρινά, στις δουλειές που παράγονται από τις συλλογικότητες (που αυτοπροσδιορίζονται ως τέτοιες) δημιουργούνται συνεκτικοί δεσμοί μέσα από αυτό το μοίρασμα της ευθύνης και της κάθε πράξης ξεχωριστά. Για τους αρχαίους Στωικούς, ένα μέρος (ένα κομμάτι, το έτερον) δεν είναι ούτε διαφορετικό από το όλον, αλλά ούτε και το ίδιο. Αυτό είναι αλήθεια ως προς τη σχέση των μελών μιας συλλογικότητας και τη συλλογικότητα την ίδια. Δεν διαφέρω από τη Medea Electronique, αλλά ούτε είμαι πανομοιότυπος μ’ αυτήν. Βέβαια, αυτό που είναι αληθινό για το όλον, είναι συχνά αληθινό και για μένα, συμπεριλαμβανομένης της συγγραφής και της ευθύνης για τα έργα που παράγουμε.

Μανώλης: Σε μια συλλογικότητα σαν τη δική μας απαιτείται ένας κάποιος περιορισμός της προσωπικής αισθητικής για χάρη της συλλογικής κατεύθυνσης. Αυτή η διαδικασία του περιορισμού είναι η βάση για μια νέα προσέγγιση στην παραγωγή τέχνης. Για να μπορέσει κανείς να πετύχει αυτό το επίπεδο της ωριμότητας, θα πρέπει να αλλάξει κάτι παραπάνω από τις συνήθειές του στην τέχνη.

Επιπρόσθετα, αυτό που αποδεικνύεται μέσα από τις συλλογικές πρακτικές στην τέχνη, είναι η ανάγκη για ευρύτερο  κοινωνικό μετασχηματισμό. Οι συλλογικότητες στην τέχνη είναι ένας μικρόκοσμος της κοινωνίας, ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της ανθρώπινης συμπεριφοράς  στον κοινωνικό ιστό. Σε μια συλλογικότητα υπάρχει  ένας στόχος,  μία αισθητική η οποία δημιουργεί μια κοινή «γλώσσα» στην τέχνη, μια συνοχή που προκύπτει από την κοινή αισθητική προσέγγιση και τη συλλογική προσπάθεια. Αυτή η συνειδητοποίηση είναι μια πρόκληση που αντιμετωπίζουν όλες οι διακαλλιτεχνικές παραγωγές. Τα μέλη μιας κολεκτίβας συχνά αλλάζουν, όπως και η συμβολή τους, ανάλογα με το έργο. Σε μια κολεκτίβα, διαφορετικά άτομα ηγούνται κάθε φορά στην υλοποίηση των έργων, ανάλογα με τα ενδιαφέροντα, τη διαθεσιμότητα, τις εναλλαγές των μελών. Η Medea Electronique χαρακτηρίζεται από τη σύζευξη της αισθητικής και των καλλιτεχνικών πρακτικών των μελών της. Η σημασία του περιορισμού της προσωπικής αισθητικής  για χάρη της συλλογικής κατεύθυνσης και της συνοχής  ενός έργου είναι τόσο μεγάλη, όσο και η «προσέλκυση» νέων μελών, απαραίτητη για τη διασφάλιση μιας συλλογικότητας με παραγωγές που θα διαρκέσουν στον χρόνο.  

Στη συλλογικότητα απαιτείται ένας κάποιος περιορισμός της προσωπικής αισθητικής για χάρη της συλλογικής κατεύθυνσης. Για να μπορέσει κανείς να πετύχει αυτό το επίπεδο ωριμότητας, θα πρέπει να αλλάξει κάτι παραπάνω από τις συνήθειές του.

Αυτή η διαδικασία ανανέωσης είναι τόσο σημαντική, όσο και το φαγητό για έναν ζωντανό οργανισμό. Η ενέργεια και όλη η ύπαρξη της Medea Electronique βασίζεται τόσο στις προσπάθειες των νέων μελών, όσο και στην εμπειρία των παλαιότερων. Άρα, θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτό που καθορίζει τη Medea Electronique σαν συλλογικότητα είναι το εξής: είμαστε μια ομάδα καλλιτεχνών με παρόμοιες πεποιθήσεις για την τέχνη και κοινή επιθυμία να τις πραγματώσουμε μέσα από ένα κοινό καλλιτεχνικό έργο.  

 

Ο θάνατος του σκηνοθέτη (είμαστε όλοι σκηνοθέτες)

Eric: Συχνά, καλούμαι να απαντήσω στην ερώτηση: «Πιστεύετε ότι μπορεί να δημιουργηθεί καλή τέχνη χωρίς σκηνοθέτη;». Πιστεύω ότι θα μπορούσαμε και θα έπρεπε να  αντιστρέψουμε την ερώτηση: «Πιστεύετε ότι μπορεί να δημιουργηθεί καλή τέχνη με σκηνοθέτη;». Η άποψη ότι «ο εικοστός αιώνας ήταν για τις παραστατικές τέχνες ο αιώνας του σκηνοθέτη», μας επιτρέπει να υποθέσουμε την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα και να αντιληφθούμε τον «αποικιοκρατικό» τρόπο σκέψης, ο οποίος εφαρμόστηκε στις τέχνες. Οι δύο πιο προφανείς μορφές τέχνης που έχουν αναπτυχθεί κατά τον εικοστό αιώνα είναι η τζαζ και ο κινηματογράφος. Η πρώτη, βαθιά ενσωματωμένη στην κουλτούρα των μαύρων σαν ένα προϊόν που σχετίζεται με την ανωτερότητα των λευκών και την αποικιοκρατία, είναι ένα ξεκάθαρο αντιπαράδειγμα γι’ αυτό τον ισχυρισμό. Όσο για τον κινηματογράφο, πρόκειται για μια μορφή τέχνης που μέχρι τις μέρες μας διατηρεί τη «λευκή» της ταυτότητα, δομείται με διάφορους τρόπους πάνω σ’ έναν «αποικιοκρατικό» τρόπο σκέψης.

Ο κινηματογράφος σαφέστατα δίνει προτεραιότητα στον σκηνοθέτη, αν και μου είναι δύσκολο να φανταστώ μια μορφή τέχνης όπου η ευθύνη και οι πράξεις είναι συλλογική δουλειά περισσότερο απ’ ότι στην παραγωγή μιας ταινίας. Όλα αυτά, βέβαια, θάβονται κάτω από την άποψη και την καλλιτεχνική ματιά του σκηνοθέτη (συνήθως αρσενικού γένους).

Η τέχνη των νέων μέσων είναι, βέβαια, κι αυτή προϊόν του εικοστού αιώνα, κι όμως είναι εκ φύσεως καθαρά συνεργατική, εφόσον οι πιθανές της μορφές καθορίζονται από την τεχνολογία που θα χρησιμοποιηθεί, το λογισμικό, τα μηχανήματα. Ο «σκηνοθέτης» συνιστά κάτι το υψηλό, ένα ρομαντικό είδος, που εμφανίζεται και επανεμφανίζεται από τη νεωτερικότητα και έπειτα. 

Πιθανότατα, στην τέχνη των νέων μέσων και τη μουσική, η πρωτοπορία να προέλθει από αυτούς που έχουν πάει πέρα από το ψηφιακό, που εξερευνούν υπέροχους, αναλογικούς κόσμους.

Ενδεχομένως, για τα έργα της Medea δεν παίρνει τα εύσημα κάποιος σκηνοθέτης, αλλά σίγουρα δεν στερούνται επαίνων, ακόμα κι αν οι έπαινοι αποδίδονται στη συλλογικότητα ως σύνολο. Είναι λάθος να υποθέτει κανείς ότι η απουσία του σκηνοθέτη ισοδυναμεί με την απουσία σκηνοθεσίας. Ότι, δηλαδή, δεν υπάρχει πλάνο, έλεγχος, δόμηση του έργου, σκηνοθετική ματιά. Τα έργα μας αναπτύσσουν, εξελίσσουν, εκφράζουν όλα αυτά τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά, αλλά τυγχάνουν συζήτησης και διαπραγμάτευσης από τα μέλη της συλλογικότητας στην πράξη. Βρίσκω την ερώτηση: «Ποιος παίρνει τις τελικές αποφάσεις;» τετριμμένη και άνευ σημασίας. Η απάντηση θα μπορούσε να είναι αμφιλεγόμενη και πιο ουσιαστική. Η κλισέ απάντηση θα ήταν: «Λοιπόν, εξαρτάται». Στη Medea Electronique, ενώ όλα ξεκινούν από προσωπικές ιδέες και ατομικά έργα, για να μετασχηματιστούν και να υλοποιηθούν έπειτα συλλογικά, κάθε μέλος της Medea συμμετέχει σε αυτά, με μικρότερο ή μεγαλύτερο ρόλο. Αυτό συμβαίνει για διάφορους λόγους: προσωπικούς, αισθητικούς, τεχνικές ικανότητες, άλλες δεσμεύσεις κ.λπ. Μπορεί κάποιοι από μας να ξεκινούν με ενθουσιασμό και να τα παρατήσουν σύντομα, μπορεί να γνωρίζουν πολύ λίγα για το έργο και να ενσωματωθούν στην πορεία ή προς το τέλος του έργου… Υπάρχουν άπειρες πιθανότητες, και αυτό που μετράει είναι η κοινωνικότητα και η εμπειρία που βιώνουμε. Έχουμε εμπιστοσύνη μεταξύ μας και καθώς συζητάμε το πώς θα ξεδιπλωθεί το κάθε έργο και δώσουμε τη σκυτάλη του έργου σε ένα άλλο μέλος, ενδεχομένως να δούμε μια άλλη οπτική για το θέμα (για παράδειγμα, όταν συνθέτουμε τη μουσική που θα συνοδεύσει ένα βίντεο). Τότε η «εξουσία» και ο έλεγχος είναι σαφώς δευτερευούσης σημασίας. Περαιτέρω συζητήσεις είναι πάντα ευπρόσδεκτες, αλλά το κάθε μέλος έχει τον τελικό έλεγχο για το προϊόν που δημιουργεί.

Η πιο ενδιαφέρουσα απάντηση (στην ερώτηση για τις τελικές αποφάσεις) θα ήταν ότι οι αποφάσεις αυτές έχουν ήδη ληφθεί. Μήπως ο John Coltrane είχε πάρει την τελική απόφαση για το πώς θα εξελισσόταν το  My Favorite Things; Οι δουλειές μας παρουσιάζουν δομημένες αποφάσεις, αλλά όχι απαραίτητα τελικές. Όλο το υλικό των έργων έχει καταγραφεί, έτσι υπάρχει δυνατότητα να ξαναδούμε το κάθε έργο, να το ξαναχρησιμοποιήσουμε, να δημιουργήσουμε παραλλαγές. Δεν χρειαζόμαστε έναν σκηνοθέτη για να πάρει τις τελικές αποφάσεις, γιατί δεν δίνουμε τόση σημασία στην έννοια της οριστικότητας. Το ολοκληρωμένο έργο τέχνης είναι κι αυτό κατασκεύασμα του εικοστού αιώνα, πράγμα που η Medea έρχεται να αμφισβητήσει μέσα από μια ρευστότητα, βασισμένη στη συνεχώς εξελισσόμενη τεχνολογία, στο site-specific και στη μεγάλη έμφαση στον αυτοσχεδιασμό.

 

Η πρωτοπορία δεν έχει να κάνει τόσο με το μέσο, όσο με την κοσμοπλασία (;)

Tim Ward: Ως μουσικός και συνθέτης, μου είναι δύσκολο να ορίσω κάποιον καινοτόμο ή μέρος ενός avant-garde για τα τέλη του εικοστού αιώνα. Οι αλλαγές που συνέβησαν στη μουσική στον εικοστό αιώνα είναι τόσο τεράστιες, που μπορούμε να μιλάμε για ένα είδος σεισμού. Θα έλεγα καλύτερα ότι νιώθω όπως ένας άνθρωπος που αντικρίζει ένα τσουνάμι, μια χιονοστιβάδα, ένα τοπίο που δεν θυμίζει τίποτα από τα προηγούμενα.

Βέβαια, οι χιονοστιβάδες και τα τσουνάμι αφήνουν πίσω τους καταστροφή, ένα στείρο τοπίο χωρίς ανθρώπινη παρουσία και δημιουργικότητα, ενώ στην περίπτωση της μουσικής στον εικοστό αιώνα συνέβη το αντίθετο. Η χιονοστιβάδα που προκάλεσε η τεχνολογία στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, δεν δημιούργησε στειρότητα, αλλά νέες δυνατότητες που ακόμα και σήμερα είναι ασύλληπτες. Η μουσική υποδέχτηκε ενθουσιωδώς τον θόρυβο, η μουσική έγινε τέχνη του ήχου (sound art). Πώς μπορεί σήμερα ένας «απλός» υπολογιστής να είναι πιο πρωτοπόρος από τον καλλιτέχνη του ήχου του ’50, που πειραματιζόταν με τα μικρόφωνα πριν επιστρέψει στο στούντιο και με την -ακόμη- νέα τότε μαγεία του μαγνητοφώνου;

Δυστυχώς, δεν υπάρχει μια νέα ματιά προς τα πράγματα. Αντίθετα, το avant-garde ως καλλιτεχνικό κίνημα, εστίαζε στο να αρθρώσει λόγο. Να πει μια νέα ιστορία για την ανθρωπότητα, σε μια προσπάθεια να απαντήσει στην ερώτηση: «Πώς να ζήσουμε στον κόσμο;».

Πιθανότατα, στην τέχνη των νέων μέσων και τη μουσική, η πρωτοπορία να προέλθει από αυτούς που έχουν πάει πέρα από το ψηφιακό, που εξερευνούν υπέροχους, αναλογικούς κόσμους, ίσως από το circuit bending ή άναρχα από την απτική και τυχαία φύση του μεταψηφιακού. Ή, ίσως (η πρωτοπορία) να προκύψει από τους προγραμματιστές. Νομίζω ότι η συνεισφορά της Medea έχει να κάνει με το ότι ενώνει τους καλλιτέχνες μέσα από τις ζωντανές παραστάσεις -ψηφιακό, αναλογικό, bent, όλα εμπλέκονται δημιουργικά- όλες οι προσεγγίσεις στην τέχνη είναι ευπρόσδεκτες. Όλα αυτά, εφόσον επιθυμία μας είναι να εξερευνήσουμε και να δημιουργήσουμε νέους κόσμους, ακολουθώντας τα βήματα των προηγούμενων πρωτοπόρων.

Αγγελική Πούλου: Η ψηφιακή τέχνη (digital art) δεν συνιστά a priori κάτι το πρωτοποριακό. Ριζοσπαστικές ιδέες στην τέχνη, αισθητικές ουτοπίες και «αβανγκαρντισμοί», έχουν στην εποχή μας αντικατασταθεί από ένα νέο μοντέρνο σύστημα branding, μια μετριόφρονα τέχνη, κυρίως σε σχέση με τη φιλοδοξία της να μετασχηματίσει τον κόσμο. Στο θέατρο δεν μιλάμε πια για μεγάλα σχήματα, αλλά για μικροκαταστάσεις οι οποίες παρουσιάζονται πιο πολύ με έναν ειρωνικό και παιγνιώδη τρόπο και όχι τόσο με σκοπό να κριτικάρουν ή να επικρίνουν. Συμπερασματικά και δυστυχώς, δεν υπάρχει μια νέα ματιά προς τα πράγματα ή ένα μεγάλο σχήμα για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, οι περισσότεροι από μας, με τον ίδιο τρόπο που τα παιδιά χτίζουν και ξαναχτίζουν τις καλύβες τους με τα ίδια υλικά, επαναλαμβάνουμε την κυρίαρχη αντίληψη για τα πράγματα και τις κυρίαρχες αφηγήσεις. Αντίθετα, με ιστορικούς όρους, το avant-garde ως καλλιτεχνικό κίνημα, πέρα από τις αισθητικές φόρμες και την αναζήτηση νέων εργαλείων έκφρασης, εστίαζε στο να αρθρώσει λόγο. Να πει μια νέα ιστορία για την ανθρωπότητα, σε μια προσπάθεια να απαντήσει στην ερώτηση: «πώς να ζήσουμε στον κόσμο;».

Σε σχέση με τη σύγχρονη τέχνη, νομίζω ότι είναι απαραίτητη και βαρύνουσας σημασίας η συζήτηση για το μετα-ψηφιακό (post-digital). Αν και στην αρχή του αιώνα θεωρούσαμε ότι η ψηφιακή τεχνολογία είναι κάτι σαν  μάγος, λυτρωτής, που φέρει έναν αέρα ανανέωσης και μετασχηματισμού στην τέχνη και στη ζωή, γρήγορα συνειδητοποιήσαμε ότι όλες αυτές οι φόρμες και τα εργαλεία χρειάζονται ένα νέο περιεχόμενο, για να μετασχηματίσουν πραγματικά την τέχνη και την αισθητική εμπειρία. Είμαστε λοιπόν στο στάδιο που προσπαθούμε να καταλάβουμε τι πρόκειται να ακολουθήσει. Τώρα πια που η ψηφιακή κουλτούρα είναι μέρος της καθημερινότητάς  μας, ποιες είναι οι επιπτώσεις στην τέχνη, στο θέατρο και στον τρόπο ζωής; Ήδη, η αντιπαράθεση προχώρησε σε δύο κατευθύνσεις με τεράστιες επιπτώσεις: από τη μία πλευρά έχουμε το μετα-ανθρώπινο (post-human) και από την άλλη τη νέα γεωλογική εποχή της ανθρωπότητας, την Ανθρωπόκαινο. Αυτό που προκύπτει από αυτή την αντιπαράθεση για την Ανθρωπόκαινο, είναι το εξής: παραμερίζεται η ψηφιακή κουλτούρα και η καινοτομία, ενώ επιμένει κανείς στην ερώτηση: «Πώς μπορεί κανείς να ζήσει σ’ αυτό τον κόσμο;». Αντιμετωπίζει λοιπόν την πραγματικότητα με ερωτήματα για την ύπαρξη, τον πλανήτη, τις επιλογές του καθενός, θέτοντας ξανά στο προσκήνιο την τραγικότητα, τον άνθρωπο και το χάος. Νομίζω ότι στο τέλος θα βγει κάτι καλό από όλο αυτό.

 

Το ψηφιακό είναι διαφορετικό από το online

Tim: Θα ξεκινούσα με το να διαχωρίσω τον όρο «ψηφιακός» από τον όρο «online». Συχνά ο ένας όρος χρησιμοποιείται εναλλακτικά για τον άλλον, αλλά αν και ένα πράγμα που βρίσκεται online είναι δεδομένο ότι είναι ψηφιακό, το αντίθετο δεν είναι απαραίτητο. Τα πράγματα μπορεί να είναι ψηφιακά αλλά να λαμβάνουν χώρα εντελώς offline.

Πιστεύω πως οι μεγαλύτερες αλλαγές προέκυψαν περισσότερο από το online, παρά από το ψηφιακό, πράγμα που ενδυναμώθηκε από την πανδημία του κορονοϊού. Για παράδειγμα, ο επαγγελματικός χώρος των εκδόσεων έχει υποστεί τεράστια αναστάτωση εξαιτίας των online μοντέλων. Υπάρχουν εμφανείς συνέπειες στους χώρους της εκτύπωσης και του διαμοιρασμού των βιβλίων και λιγότερο εμφανείς στον τρόπο επεξεργασίας (ενός κειμένου) και καθοδήγησης. Θα πρέπει να υπήρξαν τεράστιες αλλαγές και απώλειες για τους συγγραφείς και τους εκδότες σ’ αυτά τα λιγότερο εμφανή πεδία. Στον τομέα της μουσικής, επίσης, η επίδραση είναι ακόμα πιο αξιοσημείωτη. Έχει συμβεί ένα είδος ακόμα πιο μεγάλης επανάστασης σε σχέση με την εύκολη πρόσβαση και το κόστος. Πέρα απ’ όλα αυτά, εντοπίζεται η μείωση της εξουσίας των μουσικών εταιριών σε σχέση με τους online παραγωγούς, και φυσικά οι τεράστιες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι καλλιτέχνες στην οικονομική διαπραγμάτευση με τις μεγάλες εταιρίες ανά το παγκόσμιο.

Όλα τα προαναφερθέντα φυσικά αφορούν στο online, αλλά με αφορμή την πανδημία ήρθε στο προσκήνιο η συζήτηση για τον ορισμό του τι είναι ψηφιακό σε σχέση με τις τέχνες. Προ πανδημίας, νομίζω ότι σ’ αυτούς τους τομείς το ζωντανό θέαμα εξακολουθούσε να έχει δύναμη. Δεν έχω επίσημα στοιχεία, αλλά δεν έχει γίνει λόγος για τεράστια πτώση στην αναγνωστικότητα, ενώ και οι ζωντανές μουσικές παραστάσεις (live) εξακολουθούσαν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο ή έστω ξανακέρδιζαν γρήγορα έδαφος.

Δεν χρειαζόμαστε έναν σκηνοθέτη για να πάρει τις τελικές αποφάσεις, γιατί δεν δίνουμε τόση σημασία στην έννοια της οριστικότητας. Το ολοκληρωμένο έργο τέχνης είναι κι αυτό κατασκεύασμα του εικοστού αιώνα, πράγμα που η Medea έρχεται να αμφισβητήσει μέσα από μια ρευστότητα, βασισμένη στη συνεχώς εξελισσόμενη τεχνολογία, στο site-specific και στον αυτοσχεδιασμό.

Στρέφοντας το θέμα στη Medea Electronique, θα έλεγα ότι ασχοληθήκαμε πάρα πολύ με την ψηφιοποίηση των παραστατικών τεχνών, αλλά ελάχιστα καταπιαστήκαμε με το να τις θέσουμε online. Έτσι, για να μιλήσουμε με όρους της προαναφερθείσας αποδιοργάνωσης, δεν μπορώ να πω ότι επηρεαστήκαμε. Θα έλεγα ότι έχουμε ασχοληθεί με ζωντανές παραστάσεις που είχαν πιο πολύ έντονα ψηφιακά στοιχεία, και όχι τόσο ψηφιακές αυτές καθαυτές. Αυτό θεωρώ ότι το πράξαμε γιατί αναγνωρίζουμε τη μαγεία και την αμεσότητα που γεννιέται την ώρα της ζωντανής παράστασης, καθώς και τη μαγεία που λειτουργεί επιπροσθέτως, όταν βάζει κανείς στο έργο του ψηφιακά στοιχεία.

 

Το θέατρο είναι ένα υπερμέσο   

Αγγελική: Η πανδημία έφερε στην επιφάνεια μια αντιπαράθεση ανάμεσα στην οντολογία του θεάτρου και στην «απειλή» της τεχνολογίας. Δύο αντίθετες, επικρατούσες τάσεις: ο φετιχισμός της ψηφιακής κουλτούρας VS η δαιμονοποίησή της. Στην Ελλάδα, η ένταση αυτή αποκάλυψε στερεοτυπικά σχήματα που σχετίζονται με τη φύση του θεατρικού γεγονότος και με τους κινδύνους που προκύπτουν από την ψηφιοποίηση του ζωντανού θεάματος. Έτσι, ο όρος «ψηφιακό θέατρο», χρησιμοποιήθηκε λαθεμένα, όχι δηλαδή για να δηλώσει μια παράσταση που εμπλέκει δραματουργικά την ψηφιακή τεχνολογία, αλλά μια ψηφιοποιημένη παράσταση. Επιπλέον, εκφράστηκε η ανησυχία ότι η παρακολούθηση μιας παράστασης από μακριά, μέσα από ένα ψηφιακό κανάλι, απειλεί την εμπειρία του θεατή διαστρεβλώνοντάς την, εφόσον η φυσική παρουσία, το μοίρασμα και η αμεσότητα είναι ουσιώδη για το θέατρο.

Το θέατρο έχει διαδραματίσει σημαντικότατο ρόλο σε κάθε σημείο καμπής στην τεχνολογία των μέσων (media). Αυτό έχει συμβεί και στην εισαγωγή του φωνητικού αλφαβήτου και στην ανακάλυψη της προοπτικής, στην τυπογραφία και σχετικά πρόσφατα στη «μηχανοποίηση» και την «υπολογιστοποίηση». Κάθε φορά που δημιουργούνται κυρίαρχες νέες τεχνολογίες,  το θέατρο υιοθετεί και συμβάλλει στη διάδοση νέων γνωστικών στρατηγικών. Καταλήγει στην ενσωμάτωση αυτών των νέων μέσων, όπως ήταν το σινεμά, η τηλεόραση και το βίντεο.

Συνεπώς, το ερώτημα δεν αφορά στο κατά πόσον το ζωντανό θέαμα απειλείται από την ψηφιακή τεχνολογία, αλλά στους όρους αυτής της συνάντησης. Στο τέλος της μέρας, το θέατρο ως υπερμέσο, θα παραμείνει ο χώρος της ενσώματης, απτής, άμεσης εμπειρίας.

 

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email