Light Mode

Dark Mode

Περί Δραματουργίας

Light Mode

Dark Mode

δραματουργία, η :   1. η τέχνη της σύνθεσης θεατρικών έργων. || το έργο του δραματουργού. 2. σύνολο θεατρικών έργων: H ευρωπαϊκή / αμερικανική / ελληνική ~.

δραματουργός, ο, η: συγγραφέας θεατρικών έργων· δραματικός συγγραφέας.

 Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, 

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1998

Υπάρχει συχνότατα μια σύγχυση όσον αφορά τους όρους δραματουργία και δραματουργός, καθώς χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν διαφορετικές – και συχνά αντικρουόμενες – έννοιες. Αν δεχτούμε, σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό, πως δραματουργία είναι η σύνθεση ενός θεατρικού έργου, τότε το θέμα είναι ποιος κάνει αυτή τη σύνθεση, ποιος είναι ο δημιουργός της θεατρικής παράστασης, ποιος είναι άρα και ο «ιδιοκτήτης» της. Είναι λοιπόν θέμα ιεραρχίας και εξουσίας. Και ως τέτοιο θα το αναλύσουμε εδώ.

Παραδοσιακά η σύνθεση, η δομή, η πλοκή, η ίδια η ιδέα του θεατρικού έργου ανήκουν στον/στη συγγραφέα. Αυτός/αυτή δημιουργεί το έργο, εφευρίσκει τα πρόσωπα, καθορίζει το πλαίσιο – χρονικό, κοινωνικό, κ.λπ. – αυτός/αυτή θέτει το θέμα. Πρόκειται για μια παράδοση που θέλει το θέατρο να είναι καταρχάς μια κειμενοκεντρική τέχνη: βάση, πυρήνα και ραχοκοκαλιά της παράστασης αποτελεί το κείμενο, το οποίο οι εκτελεστές-ανεβαστές καλούνται να αποκρυπτογραφήσουν/ερμηνεύσουν/αποδώσουν κατάλληλα. Αν για παράδειγμα το κείμενο, δηλαδή ο/η συγγραφέας, απαιτεί πως ένας ρόλος έχει κοντά ξανθά μαλλιά, τότε πρέπει οπωσδήποτε να βρεθεί ένας/μία ηθοποιός με κοντά ξανθά μαλλιά, ή τουλάχιστον πρόθυμος/η να τα κόψει και βάψει. Αν ο/η συγγραφέας τύχει να έχει συμπεριλάβει στο έργο του σεξιστικές ή ρατσιστικές αναφορές, τότε αυτές θα πρέπει αυτούσιες να παρουσιαστούν στο κοινό. Οι ηθοποιοί απαλλάσσονται από την όποια ευθύνη, καθώς δεν είναι δικό τους το κείμενο. Είναι του/της συγγραφέα/ως, εκείνοι/ες απλώς το «ανεβάζουν».

Ας κοιτάξουμε επίσης τη μεγάλη πλειοψηφία των εγχειριδίων ιστορίας και θεωρίας θεάτρου, από την Ποιητική του Αριστοτέλη μέχρι και σήμερα. Αναλύουν το θέατρο όχι ως μια παραστατική τέχνη, αλλά ως μια διαδικασία ανεβάσματος γραπτών κειμένων. Αναλύουν τα κείμενα, όχι τις παραστάσεις. Η ιστορία και η εξέλιξη του θεάτρου περιορίζεται έτσι στην εξέλιξη των κειμένων που γράφτηκαν για να ανέβουν σε αυτό, φέρνοντας όλα τα υπόλοιπα στοιχεία μιας παράστασης (υποκριτική, σκηνικά, κοστούμια, φως, μουσική) σε δεύτερη μοίρα.

Όμως εδώ και δεκαετίες το μοντέλο αυτό δεν είναι το μόνο, συχνά ούτε το κυρίαρχο. Είναι αμέτρητα τα παραδείγματα των σημαντικών παραστάσεων όπου το κείμενο δεν είναι το απόλυτο επίκεντρο του θεάματος. Η καλύτερη περιγραφή και ανάλυση της πρακτικής αυτής ανήκει βέβαια στον Hans-Thies Lehmann, ο οποίος με το έργο του Μεταδραματικό Θέατρο1ans-Thies Lehmann, Postdramatisches Theater, Verlag der Autoren, Φρανκφούρτη 1999. – που δυστυχώς δεν κυκλοφορεί από όσο γνωρίζω στα ελληνικά – έδωσε και ένα κατάλληλο όνομα στο θέατρο που έχει απελευθερωθεί από τα δεσμά της απόλυτης κυριαρχίας του κειμένου: πρόκειται για το θέατρο «μετά» το δράμα, μετά και πέρα δηλαδή από το θεατρικό έργο/κείμενο, όπως αυτό καθιερώθηκε από την Αναγέννηση και εφεξής.

Αν όμως μια θεατρική παράσταση δεν είναι βασισμένη σε ένα γραπτό κείμενο, αν δεν έχει προηγηθεί η εργασία ενός/μίας συγγραφέα/ως, ο/η οποίος/α αναλαμβάνει στη μοναξιά του γραφείου του/της να θέσει το πλαίσιο του έργου και να προβλέψει όλες τις λεπτομέρειες, αν το κείμενο δεν είναι η απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις, αν οι σκηνικές οδηγίες, οι παύσεις, οι εντάσεις, οι αλλαγές φωτισμού ή σκηνικών δεν είναι προκαθορισμένες εξ αρχής από την αυθεντία που ονομάζεται συγγραφέας, τότε πώς συμβαίνει η σύνθεση της παράστασης; Αν ο/η συγγραφέας δεν είναι ο δραματουργός (δηλ. ο κατασκευαστής του δράματος, της παράστασης), τότε πώς προκύπτει η δραματουργία, η σύνθεση της παράστασης; 

Εδώ προκύπτει λοιπόν ένα κενό εξουσίας. Το οποίο υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι να καλυφθεί. Κατά πρώτον έρχεται να το γεμίσει ο/η σκηνοθέτης/ις με τις αυξημένες, ενίοτε και απεριόριστες, αρμοδιότητες και ελευθερίες. Έτσι όμως δεν προκύπτει μια πραγματική μεταβολή των ιεραρχικών σχέσεων, παρά μόνο μια μετατόπισή τους: ο απόλυτος φορέας της αλήθειας, η αυθεντία, δεν είναι πλέον ο/η συγγραφέας, αλλά ο/η σκηνοθέτης/ις. 

Σε δεύτερο χρόνο έρχεται να καλύψει το κενό η δημιουργία ενός νέου σχετικά επαγγέλματος, αυτό του/της δραματουργού.2Αφετηρία της μετατόπισης της έννοιας της λέξης δραματουργός θεωρείται συνήθως η εργασία του Γερμανού θεατρικού συγγραφέα Gotthold Ephraim Lessing στο Εθνικό Θέατρο Αμβούργου προς το τέλος του 18ου αιώνα, καθώς και το έργο του Αμβουργιανή Δραματουργία. Πρόκειται για ένα επάγγελμα που ενώ στην Ελλάδα διαθέτει ελάχιστους, πρόκειται για σχεδόν μονοψήφιο αριθμό, εκπροσώπους, σε χώρες της δυτικής Ευρώπης έχει καθιερωθεί εδώ και δεκαετίες. 

Ο/η δραματουργός δεν είναι απαραίτητα ούτε σκηνοθέτης/ις ούτε συγγραφέας, αλλά μπορεί να είναι και τα δύο. Είναι μέλος της καλλιτεχνικής ομάδας που δημιουργεί την παράσταση, είναι υπεύθυνος/η για τη σύνθεση και συνοχή της παράστασης, αλλά και για το θεωρητικό της πλαίσιο και υπόβαθρο. Είναι επίσης ο συνδετικός κρίκος, τόσο ανάμεσα σε σκηνοθέτη/ιδα και ηθοποιούς, όσο και ανάμεσα στον θίασο και στη διοίκηση του θεάτρου, και έχει βασικό ρόλο στη διαμόρφωση του ρεπερτορίου.

Ο/η δραματουργός όμως πάνω από όλα είναι κάποιος/α που μπορεί να διαφωνεί εντός της πρόβας με τον/τη σκηνοθέτη/ιδα, είναι κάποιος/α που η εργασία του/της εκ φύσεως μειώνει και περιορίζει την υπερεξουσία του/της σκηνοθέτη/ιδος, χωρίς ο/η ίδιος/α να συγκεντρώνει υπερεξουσίες. Είναι ένα βήμα προς μια πιο συλλογική και λιγότερο αυταρχική διαδικασία δημιουργίας θεάτρου.

Ο/η δραματουργός όμως πάνω από όλα είναι κάποιος/α που μπορεί να διαφωνεί εντός της πρόβας με τον/τη σκηνοθέτη/ιδα, είναι κάποιος/α που η εργασία του/της εκ φύσεως μειώνει και περιορίζει την υπερεξουσία του/της σκηνοθέτη/ιδος, χωρίς ο/η ίδιος/α να συγκεντρώνει υπερεξουσίες. Είναι ένα βήμα προς μια πιο συλλογική και λιγότερο αυταρχική διαδικασία δημιουργίας θεάτρου. Είναι επίσης ένα βήμα προς μια θεώρηση του θεάτρου ως παραστατική και όχι ως κειμενοκεντρική τέχνη, καθώς η εργασία του/της δραματουργού, η εργασία της σύνθεσης του έργου δεν έγκειται πλέον μόνο στη συναρμολόγηση του κειμένου, αλλά όλων των στοιχείων που αποτελούν μια παράσταση ως ένα ζωντανό, παραστάσιμο, επί σκηνής γεγονός. 

Το επάγγελμα του/της δραματουργού ανοίγει εν δυνάμει τον δρόμο προς πιο συλλογικές διεργασίες δημιουργίας θεάτρου. Όντας ένα ανάχωμα στην απόλυτη εξουσία τόσο του/της σκηνοθέτη/ιδος όσο και του/της συγγραφέα/ως, καθιστά προφανές πως η σύνθεση, η δραματουργία μιας παράστασης δεν είναι απαραίτητα έργο μιας πεφωτισμένης μονάδας, αλλά πως μπορεί να είναι αποτέλεσμα συλλογικής εργασίας, όπου ο καθένας συνεισφέρει ανάλογα με τις ικανότητές του. Η επαναδιαπραγμάτευση του ποιος είναι υπεύθυνος για την κατασκευή της παράστασης μπορεί να οδηγήσει σε έναν πραγματικό εκσυγχρονισμό και εξορθολογισμό της θεατρικής παραγωγής, η οποία πάσχει από το εξής παράδοξο: παραστάσεις που ευαγγελίζονται ένα προοδευτικό περιεχόμενο, είναι όμως φτιαγμένες με άκρως αντιδραστικό και αυταρχικό τρόπο, έχουν παραχθεί υπό συνθήκες υπακοής σε μια αυστηρά δομημένη ιεραρχία. Το παράδοξο αυτό δεν είναι εκ φύσεως εγγεγραμμένο στη θεατρική διαδικασία, όσο και αν θέλουν να μας πείσουν περί του αντιθέτου οι περισσότεροι θεατρολόγοι, ιστορικοί, σκηνοθέτες και καθηγητές δραματικών σχολών. Θέλουν απλώς να υπερασπιστούν την εξουσία που κινδυνεύουν να χάσουν. 

Ο επαναπροσδιορισμός της έννοιας της δραματουργίας μπορεί να μας ανοίξει τον δρόμο ώστε να ξανασκεφτούμε την ίδια την αρχή της θεατρικής δημιουργίας. Να απαλλαγούμε από την κυριαρχία των προ πολλού νεκρών συγγραφέων. Να απαλλαγούμε από τους παντοδύναμους σκηνοθέτες και από τους αυταρχικούς δασκάλους. Να απεκδυθούμε τον ρόλο των ανεβαστών που ανεβαίνουν ανεβάζοντας έργα, των ενδυτών κλασικών κειμένων, των διασκευαστών ετοιμοπαράδοτων ιδεών.3Valère Novarina, Γράμμα στους ηθοποιούς – Υπέρ Λουί ντε Φυνές, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2003. 

Ας ξανασκεφτούμε την έννοια της δραματουργίας, κρατώντας τον πρώτο ορισμό με τον οποίο ανοίγει το παρόν κείμενο (σύνθεση ενός θεατρικού έργου), αλλάζοντας όμως δύο ουσιαστικά στοιχεία: πρώτον, έργο να μη σημαίνει πλέον μόνο γραπτό κείμενο, αλλά παράσταση, και δεύτερον, αλλάζοντας και διευρύνοντας τον δεύτερο ορισμό: αν δημιουργός του έργου δεν είναι μόνο ο/η συγγραφέας, ούτε μόνο ο/η σκηνοθέτης/ις, τότε ανοίγει ο δρόμος προς μια προ πολλού απαραίτητη ανακατανομή της εξουσίας στην παραγωγή θεατρικών παραστάσεων. Και αν η έννοια της παγκόσμιας/ευρωπαϊκής/ελληνικής δραματουργίας δεν συνεπάγεται πλέον μόνο μια συλλογή γραπτών κειμένων νεκρών συγγραφέων που έχουν ενταχθεί στον κανόνα του κλασικού ρεπερτορίου, τότε ανοίγει ο δρόμος για ένα θέατρο που παράγεται από ένα σύνολο ζωντανών ανθρώπων με στόχο τη ζωντανή παρουσίασή του, για ένα θέατρο που συμβαίνει επί σκηνής και όχι επί χάρτου. 

 

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email