Light Mode

Dark Mode

Όποιος δεν γνωρίζει, ας κοιτάξει από τον διπλανό του

Light Mode

Dark Mode

Υπάρχει ένα περιβάλλον κάπου μακριά, όπου όποιος δεν γνωρίζει, κοιτάζει από τον διπλανό του. 

Εκεί, άνθρωποι μιλούν, χειρονομούν, φωνάζουν, τρέχουν πάνω-κάτω και, κυρίως, διατάζουν. Τους ξεχωρίζεις αμέσως αυτούς που ξέρουν περί τίνος πρόκειται. Το βλέμμα τους είναι ξάστερο. Έχουν την ηρεμία του έμπειρου, διότι έχουν ακούσει άπειρες φορές τα παραγγέλματα, και μάλιστα είναι στιγμές που ξεγελιέσαι: ακολουθούν τις διαταγές ή τις δίνουν οι ίδιοι;

Οι υπόλοιποι δεν γνωρίζουν. Κοιτάζουν από τον διπλανό τους (Ποιο πόδι πρώτο; Το χέρι πιο ψηλά; Πώς το λένε; Τι ώρα θα; Επιτρέπεται;). Ορισμένοι αγανακτούν (Τι ξέρει κι ο διπλανός, ξεράδια ξέρει). Πολλοί φεύγουν (Δεν είναι για μας αυτά). Όσοι επιλέξουν να μείνουν, εγκλιματίζονται εν τέλει και πορεύονται. Ασκούνται, σκληραγωγούνται, αλλάζουν. Μαθαίνουν να λένε ξανά και ξανά το ναι (όσες φορές χρειαστεί). Φορούν τα ρούχα που πρέπει, μιλούν καθώς πρέπει, κινούνται σύμμετρα, «στρώνουν». Αφήνονται σε μια νέα ταυτότητα, πασχίζοντας με νύχια και με δόντια να κρύψουν τον νεοσύλλεκτο εαυτό τους. Εκείνον που ποτέ δεν έπαψε να κοιτάζει από τον διπλανό του.

Εικόνα πρώτη: Λονδίνο 2015. Από διαφημιστική αφίσα για παράσταση της Ορέστειας: «Agonising, Brutal, Brilliant […] A New Version […] Part The Godfather. Part Breaking Bad. […] Bloody. Bold. Essential». Από κάπου πρέπει να πιαστούμε. Αίμα, βία, κάτι από Κόππολα, κάτι από Netflix. Προσπαθώ να θυμηθώ αν έχω δει στην Ελλάδα κάτι αντίστοιχο. Όχι, ποτέ. Εδώ είναι όμως Λονδίνο. Αναγνωρίζω το «μαρκετικό» αίτημα, τη μεγάλη κλίμακα, την τηλεοπτική αισθητική. Στέκομαι σε μια πρωτόγνωρη διατύπωση: «New Version». Νέα «εκδοχή»· όχι νέα μετάφραση, ούτε νέα διασκευή. «Βερσιόν», όπως όταν μιλάμε για πρόγραμμα, για λογισμικό, για υπηρεσία. Ο Αισχύλος «αναβαθμίζεται» – και δεν είναι ο μόνος. Κάθε παράσταση του νοούμενου ως κλασικού ρεπερτορίου υπόκειται σε αυτή τη διαδικασία.

Η «αναβάθμιση» αφορά κατ’ αρχάς στο ίδιο το θεατρικό έργο. Ένας σύγχρονος συγγραφέας παραλαμβάνει από τον μεταφραστή το κείμενο στα αγγλικά. Η μετάφραση αυτή είναι πιστή μέχρι αηδίας, αυτολεξεί μεταφορά του πρωτοτύπου χωρίς νοηματικές προσαρμογές. Ο συγγραφέας μετά, ο οποίος χρεώνεται τη δημιουργία της νέας «βερσιόν», προσαρμόζει, επεμβαίνει, διασκευάζει κατά το δοκούν. Σημειωτέον, τη στιγμή που τα έργα των μη αγγλόγλωσσων δημιουργών «αναβαθμίζονται» κατά τρόπο που να αντανακλά τις υποτιθέμενες προσδοκίες του λονδρέζικου κοινού, ουδεμία παρέμβαση νοείται στον εγχώριο κανόνα. Το αγγλόφωνο ρεπερτόριο παραμένει κειμενικά άθικτο, άσπιλο και αμόλυντο από τα καινά δαιμόνια τα οποία επιτρέπονται για όλους τους άλλους. Πρόκειται για ένα είδος μη δεδηλωμένης δραματουργίας. Το όποιο κλέος (ή όνειδος) το καρπώνεται ο συγγραφέας – εδώ σε ρόλο «αναβαθμιστή».

Στη Βρετανία, ο συγγραφέας ούτως ή άλλως καταλαμβάνει την υψηλότερη και τιμητικότερη θέση στην πυραμίδα της θεατρικής δημιουργίας. Είχα λοιπόν μια χαζή ερώτηση προς τους καθηγητές μου. Τους ρώτησα: θα ήταν άραγε θεμιτή μια «αναβάθμιση» της Έρημης χώρας; Της Ιστορίας δύο πόλεων; Του Άμλετ τέλος πάντων, με τους ίδιους όρους που ισχύουν εδώ για τα ξενόγλωσσα έργα; – Ναι, ξέρουμε, Αντρέας, εσύ είσαι Έλληνας και σε ενοχλεί να σου πειράζουν τα Ελληνικά σου. Ξέρεις, τα κείμενα που οι αρχαίοι υμών κληροδότησαν δεν αποτελούν αποκλειστικώς δική σας υπόθεση. Μάθε το once and for all, δεν υπάρχει πρωτότυπο. Επίσης δεν υπάρχουν αριστουργήματα. Μη ματαιοπονείς. Δεν υπάρχει λόγος. Εν αρχή ουκ ην ο λόγος, γι’ αυτό anything goes.

Δικά τους και δικά μας. Τι συντηρητικός που έγινα! Γιατί προσπαθώ τόσο πολύ να διαφυλάξω την καθαρότητα ενός γεγονότος που τελικά χωρίς νοθεία δεν υφίσταται; Όχι, δεν θεωρώ τον Αισχύλο περισσότερο δικό μας απ’ ό,τι δικό τους. Την ίδια στιγμή, όμως, μαθαίνω για έναν άγραφο κανόνα που ισχύει στην πλειονότητα των βρετανικών θεάτρων: αν ο συγγραφέας ζει, τότε το πρώτο ανέβασμα του έργου οφείλει να τον δικαιώνει. Να στέκεται με σεβασμό στο κείμενό του. Από το δεύτερο ανέβασμα και μετά (αν υπάρξει), αρχίζει η ελευθερία. Γι’ αυτό φαίνεται ότι εγώ ευαγγελίζομαι την καθαρότητα του έργου των νεκρών συγγραφέων· προσκρούω στην καθαρότητα που αιτούνται οι ζωντανοί.

Έχω ζαλιστεί από τις αναφορές σε «Μεγάλους Άλλους». 

Εικόνα δεύτερη: Μόσχα 2019. Παράσταση έργου της Λιουντμίλα Πετρουσέφσκαγια. Η φίλη που με έφερε να δω την παράσταση μού εξηγεί. – Η σκηνοθέτις συνεργάζεται για πρώτη φορά με το συγκεκριμένο θέατρο· φέρνει μια διαφορετική προσέγγιση, καθότι εδώ ανεβάζουν τα έργα με αυτόν τον τρόπο. Θυμάσαι την άλλη παράσταση που είδαμε; Που έπαιζε κι ο Μίσα; Ε, καμία σχέση. Εκείνοι έχουν τελειώσει άλλη σχολή. Εδώ ακολουθούν άλλο μοντέλο, κοντά στο δικό μας, όμως με ορισμένες διαφορές. Κάποια στοιχεία τα έχω πάρει κι εγώ και τα διδάσκω στην τρίτη σχολή που θα σε πάω αύριο. Στον μάστερ μου δεν αρέσουν αυτά, βέβαια, και όταν δουλεύω έξω μαζί του, τα ξεχνάω. Κουρδίζομαι σε άλλη συχνότητα, γιατί εκείνος ήταν μαθητής του άλλου, του παλιού, και ξέρεις πώς είναι…

Έχω ζαλιστεί από τις αναφορές σε «Μεγάλους Άλλους». Σε σχολές και πρόσωπα. Σχολές που παραμένουν ζωντανές. Ηθοποιοί εκπαιδευμένοι με συγκεκριμένο τρόπο στη μία, με διαφορετικό τρόπο στην άλλη. Θέατρα που αφοσιώνονται στις διδαχές ενός δασκάλου ή μιας παλαιάς τετιμημένης ομάδας. Εκεί θα δείτε αυτούς, εδώ θα δείτε εκείνους. Το ακροατήριο γνωρίζει. Και αναλόγως επιλέγει. Παντού κρύβεται μια ιστορία, μια παράδοση που χτίστηκε με μόχθο και που το φως της καίει ακόμα, μερίμνη όσων αγάπησαν τον δάσκαλο και παιδεύτηκαν μαζί του. Τον δάσκαλο. Τον μάστερ.

Ξινίζω στο άκουσμα αυτής της λέξης. Αν εκείνος είναι ο αφέντης, εσύ τι είσαι; Ο σκλάβος; Αρχίζω να αναθεωρώ τις ρομαντικές μου σκέψεις περί μαθητείας και συνέχειας. Η παράδοση λαμβάνει ξαφνικά διαστάσεις υπέρογκες, καταπιεστικές. Μετατρέπεται σε σώμα νεκρό, λείψανο αγίου που όλοι θέλουν να φιλήσουν. Και ο μαθητής παραμένει πάντα μαθητής. Ο δάσκαλος γνωρίζει. Να τον ακούς. Να μην κάνεις του κεφαλιού σου. Να μην παρεκκλίνεις. Αρχίζω να νοσταλγώ τους καθηγητές μου στην Αγγλία, που τόσο τους κάκισα με το θέμα της «αναβάθμισης». Που τους μιλούσαμε στον ενικό. Που δεν ήθελαν ντε και καλά να έχουν την τελευταία λέξη. Που δεδηλωμένα δεν επιθυμούσαν να μας περιχύσουν τον εγκέφαλο με γνώση μέχρι να μας ξεχειλίσει απ’ τ’ αφτιά.

Εικόνα τρίτη και τελευταία: Βερολίνο 2018. Είμαι συνεργάτης σε κύκλο παραστάσεων που αφορούν στη «μετα-δημοκρατική» εποχή. Αφού έκανε πρεμιέρα το δικό μας έργο, πάμε να δούμε και των υπολοίπων. Το πρώτο αποτελεί ένα είδος συμμετοχικής εκδήλωσης, όπου το κοινό κινείται περίπου ελεύθερα σε μια εγκατάσταση, καθοδηγούμενο από αφηγητές που μιλούν για όσα έχουν ζήσει οι ίδιοι. Δεν πρόκειται για ηθοποιούς. Τη σκηνοθεσία και την ερμηνεία έχουν αντικαταστήσει η έρευνα και η επιμέλεια. Η ευφυΐα με την οποία έχει στηθεί το δρώμενο είναι προφανής. Οι πληροφορίες πολύ ενδιαφέρουσες και περιεκτικές. Όσο περνά η ώρα αρχίζω να αισθάνομαι όλο και περισσότερο ότι βρίσκομαι σε ένα είδος λούνα παρκ για μεγάλους. Στην καρδιά της πόλης, σε ένα από τα σημαντικότερα διεθνή ιδρύματα με τρεχούμενα νερά και γλυπτά στον κήπο, οι μεγάλοι κόβουν εισιτήριο για να διασκεδάσουν και να μορφωθούν με νέες τεχνολογίες και συμμετοχικά δρώμενα.

Εγώ δεν παραπονιέμαι. Για το δικό μας έργο θα πληρωθώ μέχρι δεκάρας. Είναι η πρώτη φορά που δουλεύω σε τόσο ασφαλές πλαίσιο. Είμαστε επιχορηγούμενοι, μας πληρώνει (αδρά) το γερμανικό κράτος, κοπούν-δεν κοπούν εισιτήρια, εμείς παίζουμε για τη φανέλα. Έχω αφαιρεθεί τόσο πολύ σε αυτές τις σκέψεις που δεν καταλαβαίνω πού βρίσκομαι και τι κάνω. Ένας μετανάστης από τη Ρουμανία μάς εξηγεί πώς έφτασε στη Γερμανία. Μας δίνει καδρόνια να χτίσουμε κι εμείς κάτι. Μια εργάτρια από την Κίνα μάς αφηγείται την καθημερινή της ρουτίνα. Μας μιλά για τις αφόρητες συνθήκες εργασίας, τον πενιχρό μισθό, την εκμετάλλευση που υφίσταται από ευρωπαϊκές (και δη γερμανικές) εταιρείες. Αμέσως μετά, μας καλεί να χορέψουμε τη χορογραφία του Κινέζου εργάτη. Να αναπαραστήσουμε με το σώμα μας όλες τις χειρωνακτικές εργασίες που επιτελεί η ίδια μες στην ημέρα.

– Πάμε, λοιπόν. Ακολουθήστε με. 
Ξυπνάμε. Σηκωνόμαστε από το κρεβάτι, οπ, πάνω τα χέρια, πλένουμε πρόσωπο, ντυνόμαστε, φύγαμε και: φτυάρι, σκαρπέλο, βιδώνουμε, σκουπίζουμε ιδρώτα και ξανά. Φτυάρι, σκαρπέλο, βιδώνουμε, σκουπίζουμε – και προφανώς κάπου εδώ έχω αρχίσει να σιχαίνομαι τον εαυτό μου και τους δημιουργούς του θεάματος. Σταματάω βρίζοντας. Ιδού εγώ, στο κέντρο της πρωτεύουσας του εργοδότη να διακωμωδώ τη βιοπάλη της εργάτριας με τη συγκατάθεση, πόσο δε μάλλον με την προτροπή της.

Το αληθινό μας πρόσωπο αναδύεται όταν αφομοιώνουμε (χωρίς να μιμούμαστε), όταν μπαίνουμε σε γόνιμη αντιπαράθεση (όχι αβασάνιστη) και όταν το ιδιόλεκτο και η ετερότητα κοιτάζονται κατά πρόσωπο.

Επιστρέφω στα καθ’ ημάς. Οι τρεις παραπάνω εικόνες αναδεικνύουν ζητήματα που διατρέχουν διαρκώς την καλλιτεχνική δημιουργία και την πρόσληψή της. Τόσο στα «ξένα» όσο και στα «δικά μας». Αφενός, η σολιψιστική προσήλωση στο εγχώριο (στο ανάδελφο, θα έλεγε κανείς) μαζί με την τυφλή υπακοή σε μία παράδοση ή ένα πρόσωπο ή έναν θεσμό. Αφετέρου, η ισοπέδωση των ποιοτήτων, η εξομοίωση των πληροφοριών και, εν τέλει, η ζωή σε έναν κόσμο χωρίς αριστουργήματα. Αναρωτιέμαι ποια συντήρηση είναι χειρότερη από την άλλη.

Είναι αλήθεια ότι έχουμε κοιτάξει πολύ από τον διπλανό μας. Ίσως τα τελευταία διακόσια χρόνια να κάναμε πρωτίστως αυτό. Τι μας έσωζε; Πάντα οι λαμπρές εξαιρέσεις. Εκείνες που αντιλαμβάνονται πως το αληθινό μας πρόσωπο αναδύεται όταν αφομοιώνουμε (χωρίς να μιμούμαστε), όταν μπαίνουμε σε γόνιμη αντιπαράθεση (όχι αβασάνιστη) και όταν το ιδιόλεκτο και η ετερότητα κοιτάζονται κατά πρόσωπο. Τότε είναι που τα παραγγέλματα χάνουν το νόημά τους· αυτός που τα δίνει δεν άκουγεται πια, ούτε φαίνεται ο διπλανός μας. Από σήμερα και στο εξής μπαίνουμε σε έναν νέο δρόμο. Μονόδρομο. Πώς θα πορευτούμε;

 

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email