Light Mode

Dark Mode

Ιστορίες που δεν έχουμε πει

Light Mode

Dark Mode

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν το θέατρο. Βγαίναμε από το σπίτι μας και πηγαίναμε σε έναν χώρο με σκοπό να παρακολουθήσουμε εκεί μια παράσταση. Καθόμασταν δίπλα σε άγνωστους ανθρώπους και αφηνόμασταν σε μια προσωπική και ταυτόχρονα συλλογική εμπειρία, το αποτύπωμα της οποίας δεν γνωρίζαμε εκ των προτέρων. Ίσως κάποιες φορές να το γνωρίζαμε κιόλας, αλλά παραμυθιαζόμασταν όσο μπορούσαμε, γιατί θέλαμε πάρα πολύ να εκπλαγούμε. Αυτό γινόταν παλιά, έναν χρόνο -ή έναν αιώνα;- πριν. Κάθε παράσταση που παρακολουθούσαμε έπρεπε να έχει: (α) τουλάχιστον δύο γυναίκες (β) που μιλούν μεταξύ τους (γ) για κάτι άλλο πέρα από κάποιον άντρα. Σωστά;

Όχι;

Μάλλον όχι.

(Ας κάνουμε ότι προσπαθούμε να θυμηθούμε…)

Όχι, σίγουρα όχι. Αφού τα παραπάνω κριτήρια δεν είναι κάποια αποτύπωση της σύγχρονης ελληνικής θεατρικής σκηνής, αλλά τα κριτήρια του τεστ Μπέκντελ για την αντιπροσώπευση των γυναικών στη μυθοπλασία. Το τεστ πήρε το όνομά του από την κομίστα Άλισον Μπέκντελ, καθώς η ιδέα πρωτοπαρουσιάστηκε στο κόμικ της Μπέκντελ «Dykes to Watch out For» το 1985.

Η στατιστική και τα κριτήρια σαφώς δεν εξασφαλίζουν ούτε την ποιότητα ούτε το βάθος μιας αφήγησης. Τουλάχιστον, για μένα. Για αυτά μάλλον χρειαζόμαστε την ελευθερία των δημιουργών, τη γλώσσα που παλεύουν να βρουν, την ιστορία που θέλουν να πουν. Xρειαζόμαστε τη σύνδεσή τους με τη ζωή και την προσωπική, αυθεντική φωνή τους. Σε αυτά τα υλικά πιστεύω. Όμως -κι αυτό είναι ένα πραγματικό και όχι ένα ρητορικό ερώτημα- πού βρίσκονται εκείνες οι δημιουργικές φωνές που γνήσια φλέγονται να μιλήσουν για τη γυναίκα ρηξικέλευθα, καθώς και για το ζήτημα του φύλου συνολικά; Αν και αυτό είναι ένα επόμενο, τεράστιο πεδίο, συγγενές μα και άλλο ταυτόχρονα. Και αν υπάρχουν, γιατί τελικά δεν το καταφέρνουν; Γιατί δεν έχουμε δει ακόμα αυτή την τάση να ξεπηδά; Προσπαθώ να θυμηθώ πότε είδα τελευταία φορά μια παράσταση ελληνικού έργου που να ταρακουνά το υπάρχον αφήγημα της γυναίκας ως ετεροπροσδιοριζόμενου όντος. Προσπαθώ να θυμηθώ μια γραφή, όπου η γυναίκα να μην είναι στην ουσία ο καθρέφτης πάνω στον οποίο ο άνδρας ανακλάται και αυτοεπιβεβαιώνεται. Ή μια γραφή που να δοκιμάζει να μιλήσει για κάποια εκδοχή της γυναικείας εμπειρίας του κόσμου με τρόπο αναπάντεχο, χωρίς να ενδιαφέρεται να κρατήσει τίποτα, μα τίποτα, από την προϋπάρχουσα δραματουργία. Μια γραφή που να ανατρέπει και για μένα την ίδια όποιες βεβαιότητες μπορεί να έχω για το φύλο μου. Που να με δικαιώνει ως πολλαπλότητα. Αυτή η αδυναμία μου να θυμηθώ, η φτωχή μου σχέση με τη σύγχρονη ελληνική δραματουργία αλλά και κάτι ακόμη, κάτι αυθαίρετο και ενστικτώδες, με έκαναν να ζητήσω από τέσσερις δυνατές, ξεχωριστές και ιδιοσυγκρασιακές συγγραφικές φωνές, την Αλεξάνδρα Κ*, τον Βασίλη Μαυρογεωργίου, τη Γλυκερία Μπασδέκη και τον Αντώνη Τσιοτσιόπουλο, να κάνουμε μαζί αυτή τη συζήτηση για ό,τι δεν μπορούμε να θυμηθούμε, αλλά μπορούμε ευτυχώς να φανταστούμε γύρω από το γυναικείο υποκείμενο στο σύγχρονο ελληνικό έργο.

Προσπαθώ να θυμηθώ μια γραφή,  που να δοκιμάζει να μιλήσει για κάποια εκδοχή της γυναικείας εμπειρίας του κόσμου με τρόπο αναπάντεχο.

Κουβέντιασα με τον καθένα και την καθεμιά ξεχωριστά, θέτοντας όμως ερωτήματα κοινά. Και οι τέσσερις, φύσεις τόσο διαφορετικές, μοιράστηκαν μαζί μου πρώτα απ’ όλα τεράστια συγγραφική μοναξιά. Μήπως είναι αυτή μια πηγή στασιμότητας στο ελληνικό έργο; Στην Ελλάδα οι συγγραφείς είναι πολύ μόνοι τους, δεν ανήκουν σε ρεύματα… Κάνει ο καθένας κάτι αυτόνομο, δικό του, ο καθένας έχει το σύμπαν του και το προφυλάσσει. Για να γίνουν ζυμώσεις, πρέπει να ανεβαίνουν κάθε χρόνο πολλά νεοελληνικά κείμενα, και σε κρατικές και σε μικρότερες σκηνές, και με αυτό τον τρόπο να υπάρχει διάλογος. Γιατί ο διάλογος δεν είναι να συναντηθούμε και να τα πούμε. Διάλογος είναι να δεις την αντίδραση του κόσμου πάνω σ΄ ένα έργο, να ανεβάσει κάποιος ένα έργο σαν απάντηση σε αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή, μετά κάποιος άλλος να επηρεαστεί από αυτό κ.ο.κ. – αυτός είναι ο γόνιμος συγγραφικός διάλογος. Οι κινήσεις είναι αποσπασματικές, οπότε ο καθένας μένει σ’ έναν δικό του χώρο όπου δημιουργεί λέει ο Βασίλης. Για μονάδες στο ελληνικό έργο και στο ελληνικό θέατρο μιλά και η Γλυκερία, με πίστη στη δύναμη της ομάδας: Θέλει και μια κοινοτικού τύπου δουλειά. Πρέπει δύο, τρεις, τέσσερις άνθρωποι, εκατό, να έχουν ένα κοινό ιδεολόγημα, μια επιθυμία μάλλον, γιατί επιθυμία είναι πιο πολύ, και να πάνε μαζί προς κάπου. Η Αλεξάνδρα επίσης εντοπίζει το ζήτημα της επικοινωνίας των έργων, αλλά και του κινήτρου: Το πρόβλημα είναι ότι είμαστε όλοι εμπειρικοί και δεν έχει αναπτυχθεί ένα δίκτυο, δεν έχουμε από πού να τροφοδοτηθούμε στ’ αλήθεια. Είναι στη διακριτική ευχέρεια του καθενός να προχωρήσει τη δουλειά του. Ως εκ τούτου, και επειδή δεν μπορείς και να ζήσεις από αυτή τη δουλειά, δεν έχεις πολλά περιθώρια να εξελίξεις την ποιότητα της δουλειάς σου. Στην Ισπανία, ας πούμε, το Υπουργείο Πολιτισμού έχει ειδικό προϋπολογισμό για να βγάζει τους συγγραφείς του έξω, οι μεταφράσεις τους επιχορηγούνται, κάνουν residencies ανά τον κόσμο που οδηγούν σε ανεβάσματα των έργων. Εδώ δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη και καμία στήριξη από πλευράς κράτους. Για κίνητρο μιλά και ο Αντώνης: Το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι ότι υπάρχει ανδρική γραφή ή γυναικεία γραφή. Είναι ότι δεν υπάρχει γραφή, σχεδόν καθόλου. Τα νεοελληνικά έργα τα ψάχνεις με το τουφέκι. Αν δεν γράψεις, πώς θα γίνεις καλύτερος; Πώς θα φύγεις από όλα αυτά τα στερεότυπα αιώνων που κουβαλάς; Από το δέκατο έργο και μετά θα καταφέρουμε η γραφή μας να μην είναι χαρακτηρισμένη από την ανδρική ή τη γυναικεία μας φύση. Εγώ έργο με το έργο προσπαθώ να φτιάξω καλύτερους γυναικείους ρόλους. Δεν υπάρχει όμως κίνητρο, τα κίνητρα για τον Έλληνα θεατρικό συγγραφέα σήμερα είναι μηδαμινά, μηδέν πραγματικό. Γράφω μόνο επειδή γουστάρω. Για να έχουμε περισσότερες γυναίκες δραματουργούς, για να ανοίξουμε θεματικά, για να αναπτυχθούμε, πρέπει να δούμε το πρόβλημα της γραφής συνολικά.

Κάπου μέσα μου ακουμπούν τα λόγια τους κι ας μην είμαι συγγραφέας. Αμπόλιαστα τα ελληνικά έργα, ψάχνουν μόνα τους αγωγούς, καμιά φορά ψυχικούς αγωγούς, καθότι οι σκηνικοί δεν βρίσκονται, για να βγουν από μονήρεις φυτείες. Σκάβοντας όμως κι άλλο, κι άλλο, η συζήτησή μάς πηγαίνει και πιο πέρα. Για τη Γλυκερία το ζήτημα είναι γλωσσικό: Ακόμη κι όταν προσπαθεί κάποιος να φύγει από το κυρίαρχο αφήγημα, τον προδίδει η γλώσσα. Μιλά με τη γλώσσα την κυρίαρχη για το διαφορετικό. Εγώ θα ήθελα πραγματικά να ακούσω τη γλώσσα, ακόμη και όταν είναι ρεαλιστική, να μην πηγαίνει σε μίμηση. Είναι πάρα πολύ δύσκολο, είναι πολλά τα βαρίδια που πρέπει κάποιος να ισορροπήσει. Δεν μπορείς πάντως να σπάσεις ένα κυρίαρχο αφήγημα με τα παραδοσιακά υλικά -και δεν εννοώ την παράδοση- με τα υλικά τα οποία κλισάρουν, επαναλαμβάνουν το κυρίαρχο αφήγημα. Είναι αυτό που λέμε ότι αν γίνει επανάσταση, θα είναι ολική. Δεν μπορείς δηλαδή να είσαι ολίγον έγκυος. Όταν θες να πας σε μια καινούρια αφήγηση, το κάνεις ολικά.

Αφουγκράζομαι πόσα παράγωγα έχει η σκέψη της για όλων μας τις πρώτες ύλες. Η σκηνική γλώσσα δεν επαναλαμβάνει και αυτή κυρίαρχα αφηγήματα; Κάποτε, ένας διακεκριμένος θεατρικός κριτικός επιχειρούσε να με πείσει ως σκηνοθέτιδα πως η διεγερτική γοητεία της γυναίκας του, Κλυταιμνήστρας, είναι αρκετή για να πατήσει ο Αγαμέμνων το κόκκινο χαλί, στην περίφημη σκηνή της ομώνυμης τραγωδίας.   Ερμηνεία χιλιοειπωμένη, που υποτιμά, νομίζω, και τα δύο πρόσωπα και φύλα. Όσο χιλιοειπωμένη ίσως είναι σήμερα για την Αλεξάνδρα στο νεοελληνικό έργο η γυναικεία αυτοπάθεια, όπως την αποκαλεί, δηλαδή το αφήγημα μιας γυναίκας που πάσχει από έναν έρωτα, που είναι μονίμως ερωτευμένη και ηττημένη, με έναν τρόπο που όπως η ίδια λέει: εγώ σαν γυναίκα δεν μπόρεσα να τον πιστέψω ποτέ.

Ζούμε μια εποχή ρωγμής στην υπάρχουσα ανάγνωση του κόσμου, μια εποχή αμφισβήτησης δεδομένων ρόλων και αρχετύπων. Ίσως όμως χρειάζεται η Τέχνη να καθίσει στο τιμόνι.

Τι να φταίει λοιπόν που ενώ τα τελευταία χρόνια πραγματευόμαστε άλλα θέματα ταμπού, όπως είναι, ας πούμε, η ελληνική οικογένεια, δεν γράφουμε ακόμη για τη γυναίκα με έναν νέο τρόπο; -Ο πληθυντικός ας μου συγχωρεθεί.- Ο Αντώνης εκφράζει το φόβο του να γράψει γυναικείους ρόλους: Εγώ γράφοντας έναν γυναικείο ρόλο κουβαλάω όλες τις ταινίες που έχω δει, τις παραστάσεις που έχω δει, δηλαδή τα στερεότυπα και τα δικά μου και των άλλων. Οπότε, αυτομάτως αυτά αναπαράγω. Κι επειδή καταλαβαίνω ότι γράφοντας έναν γυναικείο ρόλο θα πέσω σ’ αυτή την παγίδα του στερεότυπου πολύ πιο εύκολα, γιατί τον ανδρικό ψυχισμό τον ξέρω περισσότερο, τελικά αποφεύγω να γράψω γυναικείους ρόλους. Φοβάμαι, φόβος είναι. Σκέφτομαι πως ο φόβος για το ανοίκειο έχει μια τρυφερή ειλικρίνεια, την οποία προσωπικά εκτιμώ βαθιά όταν ομολογείται, αλλά συγχρόνως ίσως τελικά να έχει καθορίσει την ανδρική δραματουργική παραγωγή επί αιώνες. Όπως το βλέπει ο Βασίλης πάντως, τώρα θα δούμε μεγάλες αλλαγές στα νέα έργα κι ο ίδιος έχει μια αρκετά συγκεκριμένη ερμηνεία γι’ αυτό: Τώρα κάτι γίνεται -εγώ το παρατηρώ και στους μαθητές μου, στα πιο νέα παιδιά- γιατί αρχίζει σιγά σιγά και καταρρίπτεται η έννοια του γάμου. Θα περάσουμε σε μια άλλη οπτική του γυναικείου προτύπου στην Ελλάδα, όταν πέσει αυτός ο πύργος που λέγεται «γάμος». Έχει αρχίσει να υπάρχει μια υπόγεια επανάσταση στην ελληνική κοινωνία, χωρίς να έχει συζητηθεί στην πραγματικότητα ποτέ, και πλέον κανείς δεν πιστεύει πολύ στον γάμο και κυρίως δεν θεωρεί ότι αν δεν παντρευτεί, καταστράφηκε ή ότι ο γάμος είναι ο μόνος δρόμος. Όπως επίσης και η θρησκεία χάνει πόντους, έστω υπόγεια. Όταν πάψουμε να βλέπουμε το αρσενικό και το θηλυκό μέσα από το πρότυπο του γάμου, νομίζω ότι εκεί θα αρχίσουμε αληθινά να αναζητάμε ένα νέο πεδίο σχέσεων μεταξύ τους. Μην ξεχνάμε ότι είμαστε μια χώρα με τεράστια και ισχυρή παράδοση στο τι σημαίνει γάμος, όπως είμαστε και μια κοινωνία που έχει πολύ ψηλά την έννοια της κανονικότητας, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό στην εκάστοτε εποχή. Το κοινωνικό status δηλαδή στην Ελλάδα έχει να κάνει βασικά με την κανονικότητα. Εδώ μιλάμε ακόμα για την ομοφυλοφιλία, είναι απίστευτο. Γράφει μάλιστα ένα καινούριο έργο για το Θέατρο Τέχνης γύρω από αυτή τη θεματική της προσβολής που βιώνει μια κοινωνία, όταν κάποιο μέλος της δεν ακολουθεί τα βασικά πρότυπα. Η Αλεξάνδρα, εξίσου αισιόδοξη με τον Βασίλη, βλέπει νέα αφηγήματα να κυοφορούνται: Μέχρι τώρα οι γυναίκες δημιουργοί είχαμε κι ένα κράτημα να μιλήσουμε για το φύλο μας, γιατί φοβόμαστε μη θεωρηθεί κάτι γυναικείο. Φανταζόμαστε την πρώτη κριτική που θα λέει ότι «είναι μια τρυφερή, χαριτωμένη καταγραφή της γυναικείας εμπειρίας, δεν λείπουν οι υστερίες» -είναι σαν να το βλέπω μπροστά μου. Θεωρώ ότι αυτό που συμβαίνει τώρα είναι ενδυναμωτικό σε όλα τα επίπεδα. Θα έχει σίγουρα και καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, θα βγει δημιουργικά αυτό το πράγμα, γιατί νιώθουμε όλες ότι μας αξίζει να ανήκουμε σε αυτόν τον χώρο, συνειδητοποιούμε ότι έχουμε πράγματα να πούμε, τα οποία δεν έχουν ειπωθεί και ότι έχουν μιλήσει άλλοι για μας. Οι λίγες προσπάθειες που έχουν γίνει μέχρι τώρα για να ειπωθούν κουκουλώθηκαν, γιατί είναι πράγματα τα οποία ένας άντρας, και δη παλαιάς κοπής, δεν θέλει να τα γνωρίζει, είναι μια ανάγνωση του κόσμου που δεν του είναι βολική. Εντός Ελλάδος -εκτός πάνε λίγο καλύτερα τα πράγματα- δεν νιώθω ότι έχει δοθεί σε αυτές τις προσπάθειες ούτε ο χώρος στον δημόσιο λόγο ούτε η προσεκτική ανάγνωση. Πιστεύω όμως ότι τελειώνει όλο αυτό, τελειώνει και αυτή η παντοδυναμία του άντρα κριτικού, έχουν αποκαθηλωθεί όλα, όλοι. Στηρίζομαι στα παιδιά που θα βγουν από δω και πέρα και ειδικά στις γυναίκες συγγραφείς. Εγώ φέτος διδάσκω δημιουργική γραφή και λογοτεχνία και λόγω αυτού έχω τη χαρά να είμαι σε επαφή με γυναίκες 20-25 χρονών, οι οποίες δεν φέρουν καμία από τις δικές μας ενοχές και καμία αγωνία να ενταχθούν κάπου.

Σκέφτομαι πως ο φόβος για το ανοίκειο έχει μια τρυφερή ειλικρίνεια, την οποία προσωπικά εκτιμώ βαθιά όταν ομολογείται, αλλά συγχρόνως ίσως τελικά να έχει καθορίσει την ανδρική δραματουργική παραγωγή επί αιώνες.

Νιώθω κι εγώ πως ζούμε μια εποχή ρωγμής στην υπάρχουσα ανάγνωση του κόσμου, μια εποχή αμφισβήτησης δεδομένων ρόλων και αρχετύπων. Η τελευταία δεκαετία βράζει, από αυτή την άποψη. Μου δίνει ελπίδα αυτό και η ελπίδα να αλλάξεις τον κόσμο, όσο ανεδαφική ιστορία κι αν ακούγεται, δεν παύει να είναι η μόνη ικανή αφετηρία για την αλλαγή. Ίσως όμως χρειάζεται η Τέχνη να καθίσει στο τιμόνι. Γι’ αυτό άλλωστε δεν αντιμετωπίζει την εμμονή των κυρίαρχων του κόσμου; Επειδή μπορεί να το κάνει. Η Γλυκερία, όσο συζητάμε το γιατί αναπαράγουμε τα κυρίαρχα πατριαρχικά αφηγήματα, με αφοπλίζει με την καθαρότητά της: Δεν είναι έτοιμη η κοινωνία. Έχεις δει εσύ, ας πούμε, τη γυναίκα ή να πω τον κατατρεγμένο οποιασδήποτε μορφής να έχει μπει σε όρους ισότητας; Δηλαδή τι να πει και το έρμο το θέατρο, όταν κοινωνικά πηγαίνουμε από τη γατούλα στον Ρόμποκοπ; Εγώ δεν έχω δει να δίνει το κοινωνικό πλαίσιο φυσιολογικότητα. Ούτε ξέρω ζευγάρια πολλά τα οποία να μοιράζονται με ισότιμους όρους την κοινωνική ευτυχία. Αφού λοιπόν δεν μπορεί να υπάρξει στην πραγματικότητα, ας αναπαρασταθεί, μήπως με αυτόν τον τρόπο αρέσει και γίνει πραγματικότητα. Δηλαδή τώρα πρέπει να ξεκινήσει το θέατρο, να ξεκινήσει η Τέχνη. Η Τέχνη να δώσει το πλαίσιο και πρέπει η κοινωνία να ακολουθήσει. Δεν μπορεί η Τέχνη να ακολουθήσει την κοινωνία, γιατί η κοινωνία έχει μείνει πάρα πολύ πίσω.

Μέσα από αυτές τις συναντήσεις, με επισκέφθηκε για τα καλά το μελαγχολικό αίσθημα πως το σύγχρονο ελληνικό έργο ψάχνει μόνο του και εντελώς σπασμωδικά τη φωνή του. Έχει πολλά εσωτερικά στερεότυπα να σπάσει, προσωπικά και συλλογικά. Ο Αντώνης πιστεύει πως ακόμα η αντίληψή μας για τη δυνατή γυναίκα είναι ότι έχει αντρικά χαρακτηριστικά. Συμφωνώ απόλυτα μαζί του κι αναρωτιέμαι πόσο δρόμο έχουμε να διανύσουμε, αν είμαστε ακόμα εκεί; Οι συγγραφείς μοιάζουν να προσπαθούν μόνοι και μόνες να ανεβάσουν τον πήχυ του εαυτού τους, σαν να φύτρωσαν κάπου, τυχαία. Δεν είναι τυχαίο πως το παράδειγμα των Ισπανών το έφερε και ο Βασίλης στην κουβέντα, για να θίξει το γεγονός ότι εκείνοι δεν έχουν τόσο μεγάλη αγωνία να γράψουν το αριστούργημα που θα μείνει στους αιώνες, θέλουν πάνω απ’ όλα να μιλήσουν για το Τώρα. Ίσως εμείς είμαστε πολύ ενοχικοί για να το κάνουμε αυτό, γιατί, όπως λέει η Αλεξάνδρα: σ’ αυτή τη χώρα είναι σαν να έχουν μπει κανόνες στον δημόσιο λόγο όσον αφορά την Τέχνη: με τι πρέπει να ασχολούμαστε και πώς πρέπει να ασχολούμαστε.

Η έμφυλη ιεραρχία παράγει διαρκώς τον δικό της μηχανισμό. Αυτοεδραιώνεται δηλαδή συνεχώς. Είμαστε μέρος αυτού του μηχανισμού, ακόμη κι αν δεν θέλουμε. Μέσα του μεγαλώνουμε, μέσα του ερωτευόμαστε, μέσα του ψηφίζουμε, μέσα του κάνουμε τέχνη ή γεννάμε παιδιά. Είναι χωνεμένος στα όργανά μας. Γι’ αυτό χρειάζεται δίκτυο, ουσιαστικό, επίμονο, ρηξικέλευθο, χρειάζονται κίνητρα γραφής. Η ανάγκη να σκεφτούμε με τρόπους που δεν έχουμε σκεφτεί, να πούμε τις ιστορίες που δεν έχουμε πει, η ανάγκη να μην μας σταματήσει ο εαυτός μας όπως ευχήθηκε η Γλυκερία και κρατώ την ευχή- είναι τρομερά απαιτητική και δεν μπορεί να καλυφθεί μόνο από ατομικές πρωτοβουλίες ή ιδιοφυείς μεμονωμένες φωνές. Αυτές άλλωστε, ανεξαρτήτως φύλου, πάντα θα είναι μπροστά από την εποχή τους και θα μπορούν μέσα σε δέκα λέξεις να πουν:

Γυναίκα. Μάλιστα κύριοι, είμαι. Μα κι ένα εκατομμύριο άλλα πράγματα.

* Η φράση είναι της Βιρτζίνια Γουλφ, από το μυθιστόρημά της «Ορλάντο».

 

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email