Light Mode

Dark Mode

Είδα την Επίδαυρο στο Πολύκαστρο

Light Mode

Dark Mode

Είδα την Επίδαυρο στο Πολύκαστρο. Είχε χιονίσει, μια πόρτα χτυπούσε από τον αέρα και ένα φως έκαιγε στο βάθος. Το ακολούθησα μηχανικά και βρέθηκα μπροστά της. Την είδα να ανοίγεται σαν αγκαλιά στις όχθες του Αξιού κατάλευκη και φωτισμένη. Πήγα να πω «εδώ είναι Βαλκάνια» και «τι γύρευες εσύ…» αλλά μου κόπηκε η μιλιά, επειδή δεν ήμουν μόνος. Στις κερκίδες βρισκόταν κόσμος πολύς.

Στα κάτω διαζώματα, τα πιο κοντά σε μένα, είδα τον Σεφέρη πλάι στον Χρυσόστομο Σμύρνης. Διαμετρικά απέναντί τους έκαναν παρέα ο Ελύτης με τον Καποδίστρια. Και οι τέσσερεις κοίταζαν προς το μέρος μου βλοσυρά, ο Καποδίστριας ίσως λίγο πιο χαμογελαστός από τους υπόλοιπους. Στο διάζωμα πάνω από τον Σεφέρη, ο Περικλής με τη γνωστή του περικεφαλαία ατένιζε με βλέμμα γαλήνιο τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, που στεκόταν αγέρωχος σε μια νοητή ευθεία πάνω από τον Καποδίστρια. Τους χαιρέτησα όλους ευγενικά και έστρεψα το βλέμμα μου στην ορχήστρα.

Εκεί, ο Σωκράτης, ακριβώς όπως τον θυμόμουν από τον πίνακα του Ντάβιντ, αποχαιρετούσε τους μαθητές του λίγο πριν πάρει στα χέρια του το κύπελλο με το κώνειο. Ο υψωμένος του δείκτης κατηύθυνε τη ματιά μου προς τον ουρανό, όπου πάνω από την ορχήστρα αιωρούνταν σαν βγαλμένες από αγιογραφίες τρεις πύρινες σφαίρες. Η κεντρική περιείχε τους Τρεις Ιεράρχες. Οι άλλες δύο, που τους πλαισίωναν, περιείχαν αφενός τον Κωνσταντίνο και την Ελένη με τον Τίμιο Σταυρό και αφετέρου τον Κύριλλο και τον Μεθόδιο. Έβγαλα βιαστικά μια φωτογραφία, αγόρασα μια σοκολάτα και βγήκα από το ΚΨΜ.

Στον στρατό δεν σπανίζουν τοιχογραφίες αυτού του είδους. Συνηθισμένα θέματα: ο Μεγαλέξανδρος και ο Λεωνίδας με τους Εύζωνες, πλαισιωμένοι όλοι από σύγχρονα άρματα μάχης· ο Παρθενώνας με τον Χριστό στην κορυφή· η Αγια-Σοφιά χωρίς μιναρέδες και η Παναγία να σκέπει τα πρόσωπα και τα σύμβολα ενός Ελληνισμού «εφ’ όλης της ύλης». Στο Πολύκαστρο η Επίδαυρος δεν εξαιρείται. Αναδεικνύεται ως κορυφαίος τόπος συνάντησης της κλασικής αρχαιότητας με το Βυζάντιο (!), ως σημείο αναφοράς στη θεμελίωση και εξάπλωση της Ορθοδοξίας (!) και, συνεπαγωγικά, στη διαμόρφωση του νεοελληνικού μύθου. Για θέατρο, βέβαια, λόγος ουδείς. Άλλωστε το θέατρο είναι της αμαρτίας, σύμφωνα με τον Ιωάννη Χρυσόστομο, ασχέτως που ο ίδιος υπερίπταται στο κέντρο της σύνθεσης.

Πέρασε καιρός και την ξαναείδα την Επίδαυρο. Αυτή τη φορά στην αρχική της θέση. Έβρεχε πολύ και ήμασταν όλοι με ομπρέλες και αδιάβροχα. Προτού μπω, ξανακοίταξα κλεφτά τη φωτογραφία που είχα βγάλει στο ΚΨΜ. Ευτυχώς, σκεφτόμουν, σώθηκα· έκατσα στη θέση μου και κοίταξα γύρω μου. Ούτε Παλαιολόγος ούτε Περικλής ούτε Χρυσόστομος Σμύρνης. Μόνο η ορχήστρα είχε κάτι σαν τραπεζάκι κήπου με καρέκλες και έναν σκελετό σπιτιού με νέον φώτα. Και έναν πάγκο με νεροχύτη και ψηλά σκαμπό και ένα μπλέντερ. Είχε και μια βιντεοπροβολή με κάποιον μέσα σε αυτοκίνητο. Ξαφνικά αυτός ο κάποιος έφτασε ακριβώς πίσω από τη σκηνή μέσα στο αυτοκίνητο που βλέπαμε. Και ήταν και μια γυναίκα που έφτιαχνε smoothie. Μετά ήρθαν κι άλλα πρόσωπα, και κάποιοι πηγαινοέρχονταν με κάμερες και εν τέλει ένας σήκωσε μαχαίρι (της κουζίνας) αλλά δεν τον ξαναείδαμε. Τότε μπήκε ένα ασθενοφόρο, αληθινό ασθενοφόρο, με τον φάρο ανοιχτό και κατέβηκαν νοσοκόμοι με φορείο. Α, ξέχασα, πιο πριν έπιναν και τσίπουρο και κάτι έλεγαν για μπακλαβά και μαυροδάφνη.

Αναφέρομαι, φυσικά, στην πρόσφατη παράσταση του έργου Οιδίποδας της Maja Zade, η οποία εσκεμμένα παραλλάσσει τον χαρακτήρα της τραγωδίας όπως τον γνωρίζουμε. Βρισκόμαστε σε ένα απολύτως απομυθοποιημένο σήμερα, όπου όλα τα στοιχεία του Οιδίποδος Τυράννου βρίσκουν τη «σημερινή» τους αντιστοιχία: ο βασιλιάς μετατρέπεται σε στέλεχος εταιρείας, η άμαξα σε νταλίκα, οι Θηβαίοι σε Βερολινέζους, το μίασμα σε περιβαλλοντική μόλυνση. Ο χορός και το μέλος απουσιάζουν, ενώ υπονομεύεται η αριστοτελική διάσταση της κάθαρσης (αλλά όχι και της καταστροφής). Γενικά, μεγάλη προσπάθεια καταβάλλεται ώστε να παρουσιαστεί μία «πραγματικότητα» –αυτό άλλωστε υποδηλώνουν και τα λεπτομερέστατα σκηνικά αντικείμενα (τραπέζια, καρέκλες, μπλέντερ, φρούτα, τσίπουρα, αυτοκίνητα)– και πράγματι η σκηνοθεσία του Thomas Ostermeier δεν αφήνει περιθώρια για εξιδανικεύσεις.

Εκπαιδεύεται, με άλλα λόγια, το κοινό από τους καλλιτέχνες ή θέτει πάντα εκείνο τους απαρέγκλιτους, αναπόδραστους όρους της καλλιτεχνικής εμπειρίας;

Εντούτοις, φεύγοντας από την Επίδαυρο εκείνο το βράδυ πολλοί από μας διαμαρτύρονταν: «Άρα ο τύπος εγκατέλειψε φλεγόμενη νταλίκα και οδηγό και δεν τον έπιασαν;», «Ναι, σιγά μην είχε τόσον καιρό το περιδέραιο χωρίς να το έχει δει η άλλη», «Και δηλαδή με κουζινομάχαιρο θα σφαζόντουσαν;». Τα βέλη των περισσοτέρων στρέφονταν κατά της πολλής «πραγματικότητας». Μα ακριβώς αυτό δεν ήταν το νόημα; Άλλωστε το είχε πει και ο σκηνοθέτης σε πρόσφατη συνέντευξή του, παραφράζοντας τη γνωστή νιτσεϊκή αποστροφή, ότι «ο ουρανός είναι άδειος, δεν υπάρχουν θεοί πια». Γιατί λοιπόν περιμέναμε να χαρούμε «της Τραγωδίας τον Λόγο τον λαμπρό» με όλες του τις μυθικές –αν όχι μεταφυσικές– προεκτάσεις; Δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ: «Μήπως ξαναζώ το Πολύκαστρο απ’ την ανάποδη;».

Προφανώς το κοινό του ΚΨΜ στο Πολύκαστρο είναι διαφορετικό από εκείνο της Schaubühne, και η συνθήκη του καλλιτεχνικού γεγονότος μόνο καταχρηστικά άπτεται του πρώτου. Όμως πρόθεση υπάρχει. Ο δημιουργός της τοιχογραφίας σκηνοθετεί έναν εθνικό μύθο, «μικτό και νόμιμο», κατά την πεποίθησή του, για να τον απευθύνει στον Έλληνα στρατιώτη. Το ιδεολογικό πεδίο στο οποίο κινούμαστε είναι σαφές: η Ελλάδα ως ενιαία και αδιαίρετη υπεριστορική κοιτίδα φιλοσοφίας, ποίησης και Ορθοδοξίας. Το μεγαλείο της είναι πέραν του χώρου και του χρόνου, χωράει και αναπαρίσταται μόνο μέσα σε έναν εξίσου υπεριστορικό τόπο, εν προκειμένω την Επίδαυρο. Από την άλλη, ο Οιδίπους ανήκει σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, αποκλειστικά σύγχρονο, αποκλειστικά δυτικοευρωπαϊκό, ξένο προς το αρχαίο περιβάλλον του. Εδώ απαγορεύεται το παραμύθιασμα. Εδώ οι ηθοποιοί γίνονται λειτουργοί της απομυθοποίησης. Συνδράμουν μία φιλοσοφική σκοπιά μικρότερη από ή ίση προς –ποτέ όμως μεγαλύτερη από– τη ζωή.

Στην Ποιητική, λόγος γίνεται για τη δυνατότητα του δραματικού ποιητή «να αναπαριστάνει τα πράγματα με έναν από τους εξής τρεις τρόπους: είτε όπως ήταν ή είναι, είτε όπως τα λένε και τα πιστεύουν, είτε όπως πρέπει να είναι» (1640b, μτφρ. Δ. Λυπουρλή). Η ζωή της Επιδαύρου αποτελεί μια διαρκή αμφιταλάντευση ανάμεσα σε αυτούς τους τρόπους. Ο πρώτος («πώς είναι») συνδέεται με τη διαρκή, απατηλή ελπίδα μιας τέχνης που συμβαίνει μόνο εδώ και μόνο τώρα. Ο δεύτερος και ο τρίτος («πώς λέγεται ότι είναι» και «πώς πρέπει να είναι») φανερώνουν τη σύνδεση της τέχνης με την εποχή της. Επισημαίνουν παράλληλα την αλληλεξάρτηση της καλλιτεχνικής πρόθεσης και της προσδοκίας ενός ακροατηρίου. Εκπαιδεύεται, με άλλα λόγια, το κοινό από τους καλλιτέχνες ή θέτει πάντα εκείνο τους απαρέγκλιτους, αναπόδραστους όρους της καλλιτεχνικής εμπειρίας;

Είδα και τη μία Επίδαυρο και την άλλη· τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, τόσο ετερόδοξες. Στόχος μου δεν είναι να επικρίνω ούτε να δικαιώσω. Επιστρέφω πάντα στον ακροατή, διότι όλες οι ιδεολογικές και καλλιτεχνικές σκοπιμότητες απευθύνονται σε εκείνον και εκπορεύονται από εκείνον. Η σχέση είναι αμφίδρομη και μακάρι να έρχεται η στιγμή που, αποχωρώντας από το θέατρο (δηλαδή βγαίνοντας από το ΚΨΜ), σταθμίζει τα όσα είδε και άκουσε. Λέω «μακάρι», διότι διαφορετικά τού απομένει να παρατηρεί ως βουβός ιθαγενής τα όσα οι εγχώριοι γνωστικοί ή οι υπερπόντιοι εξερευνητές τού προτείνουν με χειρονομίες έντονες.

 

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email