Light Mode

Dark Mode

Έτσι περνά η δόξα του κόσμου

Light Mode

Dark Mode

Ο καινούργιος Πάπας, καθιστός πάνω στον θρόνο του αφήνει το σκευοφυλάκιο του Αγίου Πέτρου· η πομπή έχει ξεκινήσει. Καθ’ οδόν, ένας τελετάρχης αναγκάζει τους πάντες να σταματήσουν. Μπλέκεται στα πόδια του ποντίφικα, φρενάρει τους καρδινάλιους. «Άγιε πατέρα, έτσι περνά η δόξα του κόσμου!» ανακράζει κρατώντας ένα μεταλλικό ραβδί που στην άκρη του καίγεται αργά και σταθερά μια στερεωμένη λινάτσα, υπόμνηση διακριτική όσο και δραματική της θνητότητας. Μία, δύο, τρεις φορές η πομπή διακόπτεται για τον ίδιο λόγο: ούτως ώστε να αντιληφθεί μια και καλή ο επίγειος εκπρόσωπος της θεϊκής εξουσίας —και μάλιστα άμα τη αναλήψει των καθηκόντων του— το εφήμερο. Του κράτους του. Του έργου του. Του εαυτού του.

Το έθιμο αυτό βαστάει από τον δέκατο πέμπτο αιώνα, όμως τη δεκαετία του εξήντα (του περασμένου αιώνα) εγκαταλείφθηκε. Θα ήταν ωραία ιδέα να επανέλθει, και μάλιστα να βρει εφαρμογή πέραν της εκκλησιαστικής διαδοχής. Κάθε ανώτατος λειτουργός, κάτοχος ύπατου αξιώματος, κορυφαίος στην πυραμίδα κάθε ιεραρχίας, αιρετός ή μη, ας επωφελείται εφεξής από τη θέα ενός κουρελιού που φλέγεται στην κορυφή του σκήπτρου του. Ας ενταχθεί, μάλιστα, στο καθημερινό του πρόγραμμα αυτή η ιδιότυπη «εποπτεία», με τα ίδια «δεικνύμενα» κάθε φορά. Ίσως ορισμένοι εν τέλει συναισθανθούν τα παρεπόμενα της «δόξας του κόσμου».

Aυτός είναι και ο τίτλος της τρίτης ταινίας του Νίκου Παπατάκη, Gloria Mundi (1976), η οποία μού δίνει το έναυσμα να μιλήσω για ορισμένα από τα ευρύτερα, πολιτικά θέματα που απασχολούν το τρέχον τεύχος. Η Όλγα Καρλάτου υποδύεται την Γκαλάι, μια ηθοποιό του κινηματογράφου. Η Γκαλάι προετοιμάζεται να υποδυθεί μια ανώνυμη Αλγερινή, η οποία αποφασίζει να αναλάβει δράση κατά της γαλικής αποικιοκρατίας. Στην ταινία-μέσα-στην-ταινία, η Αλγερινή συλλαμβάνεται και βασανίζεται για τις αντιστασιακές της πράξεις. Η Γκαλάι υποβάλλει τον εαυτό της σε πάσης φύσεως δοκιμασίες και βασανιστήρια, ούτως ώστε να επιτύχει την όσο το δυνατόν «πειστικότερη» αποτύπωση του ρόλου. Ο στρατευμένος σκηνοθέτης και σύντροφός της τής δίνει εντολές μέσα από μαγνητοταινίες. Εκείνη (όπως και το κοινό) τον ακούει αλλά δεν τον βλέπει ποτέ. Ενίοτε στρέφεται και του μιλά, απευθυνόμενη στο μάτι της κάμερας, δηλαδή σε μια εξουσία πέρα και πάνω από τον εαυτό της.

Έπειτα από αλλεπάλληλους πειραματισμούς με ηλεκτροσόκ, καύτρες τσιγάρων που σβήνονται στο στέρνο της και την πρόβα ενός σαμποτάζ με αληθινή ωρολογιακή βόμβα, η Γκαλάι περνά στην αντεπίθεση. Η μάχη της Αλγερινής ενάντια στις γαλλικές αρχές μεταγράφεται σε μάχη της ίδιας της ηθοποιού ενάντια σε ένα αντιδραστικό σύστημα που αντιμάχεται λυσσαλέα τον καλλιτέχνη ως κοινωνική οντότητα. Από τη μία οι παραγωγοί, οι συνάδελφοι καλλιτέχνες και οι διανοούμενοι, και από την άλλη οι αγωνιστές, οι ομοϊδεάτες, οι «επαναστάτες», όλοι τής συμπεριφέρονται με τον ίδιο, απαξιωτικό τρόπο. Ανεξαρτήτως ιδεολογικού προσανατολισμού, όλοι την απειλούν, την εξυβρίζουν και καταγγέλουν την αδιέξοδη προσπάθειά της να κάνει βίωμα τον πόνο και να αντιδράσει, μέσω της τέχνης, στην καταπίεση. Την εξωθούν, έτσι, στο άλλο άκρο και την αναγκάζουν να κουρδίσει τον μηχανισμό της ωρολογιακής βόμβας για να τους αφανίσει σύσσωμους. Η βόμβα όμως, που της εμπιστεύτηκε ο σκηνοθέτης της, αποδεικνύεται ψεύτικη. Ταπεινωμένη, η Γκαλάι επιστρέφει στο σπίτι της· με διαφορά δευτερολέπτων σώζεται από την έκρηξη μιας άλλης, αληθινής βόμβας, η οποία αφαιρεί τη ζωή του σκηνοθέτη της και του παιδιού τους.

Η ματιά του Παπατάκη υπογραμμίζει τα αδιέξοδα χωρίς να δικαιώνει μία και μοναδική πλευρά. Ίσα-ίσα, τις αποδομεί όλες, ούτως ώστε να αναδείξει το διαρκές πρόβλημα του καλλιτέχνη: την ίδια του την ύπαρξη και τη θέση του στην κοινωνία. «Ο ύπνος τον γέμιζε όνειρα καρπών και φύλλων· / ο ξύπνος δεν τον άφηνε να κόψει ούτε ένα μούρο. / Κι οι δυο μαζί μοιράσανε τα μέλη του στις Βάκχες.» (Σεφέρης, Πενθεύς). Αμφιταλαντευόμενος ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό εαυτό, ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη σφαίρα της δημιουργίας, την αλήθεια και το ψέμα (ή, άλλως, το όνειρο), αν απομένει κάτι από αυτόν —αφού παρέλθει η «δόξα του κόσμου»— είναι το έργο του. Και εκεί έγκειται η μεγαλύτερη πρόκληση.

Δεν έχει πολλά χρόνια που βρέθηκα να συνομιλώ με τον ανώτατο λειτουργό ενός πολύ σημαντικού θεατρικού θεσμού της Βρετανίας. Όχι, δεν άναψα μπροστά στο πρόσωπό του την τελετουργική λινάτσα, όμως του έκανα την «απαγορευμένη» ερώτηση: πώς αξιολογεί και πώς επιλέγει τα εκάστοτε έργα που πρόκειται να ανέβουν. Μου παρουσίασε την αρμοδιότητά του ως μία διαρκή πάλη ανάμεσα στο «καλύτερο» και το «καταλληλότερο». Η συνομιλία μας μού επιβεβαίωσε με μεγάλη σαφήνεια για μία ακόμα φορά πως συχνά φτάνει μια στιγμή στη ζωή των θεσμών, όπου η πλάστιγγα γέρνει προς το δεύτερο. Δεν αρνήθηκε, φυσικά, ότι στη συζήτηση παρεισφρέουν όροι ιδεολογίας και, αναμφίβολα, όροι αγοράς.

Θα ήταν τουλάχιστον αφελής ο ισχυρισμός ότι το έργο τέχνης είναι αποσυνδεδεμένο από την αγορά. Οπωσδήποτε, όμως, η τελευταία δεν αποτελεί προϋπόθεση του πρώτου. Όσον αφορά στο ζήτημα της ιδεολογίας, θα παρεκκλίνω αρκετά, δανειζόμενος για λίγο το παράδειγμα της μουσικής. Μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να καταλάβω ποια ακριβώς είναι η ιδεολογία που προάγει από μόνη της μια συμφωνία, ένα κουαρτέτο εγχόρδων, ένα τζαζ τρίο ή ένας παραδοσιακός σκοπός. Παρομοίως και τα τραγούδια. Εκεί, ο συνδυασμός λόγου και μουσικής εδραιώνει ψυχικές συνδέσεις με καταστάσεις, από τις οποίες θα φεύγαμε τρέχοντας στην «αληθινή» μας ζωή. Ωστόσο μας συγκινούν και μας αποκαλύπτουν κάτι, πρωτίστως όταν δεν εκπορεύονται από συμπαγείς ιδεολογικές τοποθετήσεις. Διότι παράλληλα με τη ζωή του «ξύπνου» υπάρχει και μια άλλη ζωή. Μπορούμε να αναμετρηθούμε και με τις δύο ισότιμα κοιτάζοντας εναλλάξ τη μία μέσα απ’ τα μάτια της άλλης;

Έτσι περνά η δόξα του κόσμου. Αλλά τα αδιέξοδα που τόσο δραματικά παρουσιάζει και η ταινία του Παπατάκη δεν υποχωρούν. Η πρωτογένεια συναντά διαρκώς εσωτερικά και εξωτερικά εμπόδια, προκλήσεις και αντινομίες. Τα ιερατεία αλλάζουν πρόσωπο. Κατεβαίνουν από τον άμβωνα και παίρνουν όψη προοδευτική. Τον περασμένο αιώνα οι καλλιτέχνες αγωνίστηκαν για την ελευθερία. Δημιούργησαν ρηξικέλευθα ρεύματα που εναντιώθηκαν σε πάσης φύσεως εξουσίες, λογοκρισίες και auto-da-fé. Αποδείχθηκε σπαρακτικά, και μέσω της εμπειρίας δύο παγκοσμίων πολέμων, ότι η τέχνη μπορεί και πρέπει να παρουσιάζει όλες τις διαστάσεις και εκφάνσεις της ζωής, ακόμα και τις πιο ακραίες. Να λυτρώνει, διαμέσου της μίμησης πράξεων που οφείλουν να συμβαίνουν στη σκηνή, ούτως ώστε να μη συμβαίνουν στη ζωή. Ας θυμηθούμε αυτό το τόσο απλό, το μοναδικό αρχαίο δίδαγμα και ας μην ξεχάσουμε πως, από το δημοτικό ακόμα, μας μάθαιναν να διαχωρίζουμε το ποιητικό υποκείμενο από τον ποιητή, και να μη λέμε «ο ποιητής λέει» αλλά «το ποίημα μιλάει».

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email