Light Mode

Dark Mode

Σκηνές της πόλης

Light Mode

Dark Mode

O Jan και η Aleida Assman εργαζόμενοι πάνω στο θέμα της συλλογικής μνήμης αναγνωρίζουν τρία είδη μνήμης: την «ατομική» (individual) ή αυτοβιογραφική, την «κοινωνική», που έχει να κάνει με αυτό που θυμούνται οι ομάδες, που ανταλλάσσουν μνήμες και κάνουν μια επιλογή από αυτές που επιθυμούν να κρατήσουν –η σύζευξη των δύο πρώτων αποτελεί την «επικοινωνιακή μνήμη» (communicative memory), η οποία είναι μη θεσμική και βασίζεται στην επικοινωνία μεταξύ των ομάδων και των ατόμων- και την «πολιτισμική» (cultural), που είναι κυρίως θεσμική και αφορά σε περιπτώσεις όπως μνημεία, μουσεία, βιβλιοθήκες, αρχεία κλπ.1Jan Assmann, ‘Communicative and Cultural Memory’, in Cultural Memory Studies: An International and Interdisciplinary Handbook, ed. by Astrid Erll and Ansgar Nünning (Berlin: De Gruyter, 2008), pp. 109–18.

Σκέφτομαι πως η περιπλάνηση στην πόλη μπορεί να ειδωθεί ως μια περιδιάβαση αυτών ακριβώς των επιπέδων μνήμης. Πώς όμως μπορούμε να αναζητήσουμε τις μνήμες της πόλης αν όχι μέσα από τις αμέτρητες ιστορίες που μας αφηγείται; Νομίζω πως αφενός πρέπει να απομακρυνθούμε από την ιδέα μιας ενιαίας αφήγησης, μιας Ιστορίας, και αφετέρου να μην αρκεστούμε σε αυτό που μας δίνεται σε μια σκηνή της πόλης, αλλά να επιτρέψουμε να μας διαπεράσει, συναισθηματικά και κριτικά, η δυναμική σχέση ανάμεσα σε αυτό που βλέπουμε, ή δεν βλέπουμε, και στη ρυθμιστική αρχή που καθορίζει την ορατότητά του2Μια αντίστοιχη παρατήρηση κάνει και ο Emmanuel Siety στην προσέγγιση του κινηματογραφικού πλάνου..

 Αναζητώντας, εδώ, την εμπλοκή της θεατρικής διαδικασίας και των θεατρικών μέσων σε αυτό το πλέγμα σχέσεων, καθώς και μια γενικότερη σχέση ανάμεσα σε μια δραματουργία και σε αυτό που ονομάζουμε συλλογική μνήμη και Ιστορία, συναντήθηκα με τον θεατρολόγο και σκηνοθέτη Τάσο Αγγελόπουλο και τον ηθοποιό Χρήστο Τσαβλίδη, οι οποίοι με τη θεατρική ομάδα Παπαλάνγκι, πραγματοποίησαν τον περασμένο Οκτώβριο τη δράση «3,2 km – ΕΝΑΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ3Το κοινό ακολουθεί έναν ξεναγό φορώντας ακουστικά (από ένα mp3 player), κι έτσι αποκόπτεται ακουστικά από τους ήχους της πολύβουης πόλης, στρέφοντας την προσοχή του σε μουσικές και μαρτυρίες της Κατοχής. Στη διαδρομή συναντάει «φαντάσματα» εκείνης της εποχής, γνωστούς και άγνωστους πρωταγωνιστές, που αφηγούνται ένα μέρος της ιστορίας τους, ενώ συμμετέχει και με μικρές δράσεις (από το σημείωμα της δράσης).». 

Χρήστος: Η ιδέα ξεκίνησε από το παζλ που ήθελε να φτιάξει ο Τάσος, ήθελε σπαράγματα. Από την άλλη ήταν το περιπατητικό κομμάτι, δηλαδή το πώς μπορείς να εντάξεις ένα δραματουργικό ενδιαφέρον σε έναν περίπατο και να τον πας παραπέρα από μια ξενάγηση. Έπειτα, στην πορεία μαζέψαμε το υλικό.

Τάσος: Συνέχεια βρίσκαμε υλικό και το προσθέταμε. Δεν υπήρχε μια δομή με την έννοια μιας ιστορίας που ξεκινάει από εδώ και καταλήγει εκεί.

Χρήστος: Δεν ήταν κάτι γραμμικό…

Τάσος: Ένα κείμενο έλεγε για αυτή τη γωνία της πόλης, ένα άλλο για την άλλη… μπορεί αυτές οι γωνίες να μην ενώνονταν και να έπρεπε εμείς να τις ενώσουμε κάπως, με μια πορεία. Δεν μπορείς να το αντιμετωπίσεις κι αλλιώς, ό,τι είχε διαβάσει ο καθένας μας αναγκαστήκαμε να το φέρουμε. Δεν έχουμε διαβάσει τα ίδια πράγματα κι ύστερα πρέπει να κάνουμε, να πούμε ιστορίες τα ίδια πράγματα, μήπως και, ας πούμε, ενωθούν οι μνήμες μας.

Χρήστος: Όταν βρεθήκαμε στο δραματουργικό κομμάτι, αυτό που συνειδητοποιήσαμε είναι ότι τελικά είχαμε σπαράγματα και όχι μια συγκεκριμένη ιστορία γιατί και η ίδια η διαδρομή είναι έτσι. Ας πούμε πως καθώς περπατάμε ζωντανεύουμε απλά κάποιες φωνές.

Τάσος: Μέσα στους στόχους μας ήταν ακόμη να σκεφτεί κανείς πως η Ιστορία δεν είναι μόνο τα μνημεία, ότι όλα αυτά από τα οποία περνάμε μπορούν δυνητικά να είναι μνημεία, το κάθε διαμέρισμα, για παράδειγμα, που μπορεί να έκρυβε ένα παιδί Εβραίων.

Η συζήτηση οδηγείται προς την ορατότητα. Τους ρωτάω τι είναι ορατό τελικά από αυτό που προσπαθούν να αφηγηθούν, τι είναι ορατό στην πόλη και τι ήταν στους ίδιους.

Τάσος: Μπορεί και τίποτα, ούτε και το επίσημο μνημείο στην πραγματικότητα.

Χρήστος: Το συνειδητοποιούσαμε καθώς ανακαλύπταμε τέτοια μνημεία στη διάρκεια της έρευνας τελικά.

Τάσος: Ένα κεντρικό κομμάτι είναι αυτό κατά το οποίο περνάμε από την οδό Μέρλιν και κοιτάμε το Hondos Centre. Κανείς δεν κοιτάει το μνημείο της Γκεστάπο, αλλά αν το μεγεθύνεις αυτό… Τελικά μπορεί να κρύβονται από τα μάτια σου όλα, μπορεί να μην ξέρουμε τι απομένει από αυτό που είχε γίνει εδώ, τι απομένει από την Ιστορία, τη μνήμη, τους ανθρώπους που περάσανε. Μήπως τελικά πρέπει κάποιος να το αφηγηθεί για να μείνει κάτι;

Ίσως η ίδια η αφήγηση έχει τη δυνατότητα να μετατρέψει τα ίχνη σε ιστορίες, να μετατραπεί σε ρυθμιστική αρχή της ορατότητας, φέροντας το μη-ορατό από την περιφέρεια στο κέντρο.  Σκέφτομαι πως ίσως το ίχνος είναι ακόμη εκείνο που προσφέρει καλύτερες ευκαιρίες στην αφήγηση.

Τι μπορεί να προσφέρει όμως σε μια τέτοιου είδους αφήγηση το συμβάν, με το απρόβλεπτο και απρογραμμάτιστο καθεστώς του; Τη δράση ακολούθησε μια μέρα η κυρία Λόλα Άντζελ, επιζήσασα του ολοκαυτώματος.

Χρήστος: Περπάτησε μαζί μας σχεδόν 45 λεπτά! Εκεί το μνημείο αλλάζει, γίνεται άνθρωπος, κι αυτό σου αποκαλύπτεται εκείνη τη στιγμή, δεν είναι προϊόν έρευνας. Έφερε, για παράδειγμα, μια μαρτυρία της θείας της η οποία δεν ήταν δημοσιευμένη. Έκανε μια παρέμβαση, διέκοψε την οργανωμένη πορεία για να μας διαβάσει κάτι που εντέλει έδωσε κάτι πολύ παραπάνω.

Αυτό το οποίο άλλαξε τον τρόπο που δέχεται το κοινό αυτή τη διαδρομή, γιατί ξαφνικά φωτίστηκε με κάτι αληθινό – γιατί αυτή η κυρία έφερε κάτι αληθινό- είναι το πραγματικό. Συνεχίσαμε έχοντας όλοι πια ένα βίωμα στη φαρέτρα μας και πηγαίναμε συν αυτό το βίωμα. Αυτό είναι πολύ σημαντικό σε μια αφήγηση, ακόμα κι αν δεν ήταν κάποιος τόσο συγκεντρωμένος σε αυτό που κάναμε, τον κέρδιζε αυτό το πράγμα. Αυτό βέβαια είναι το θετικό, γιατί όταν βρίσκεσαι σε έναν δρόμο έρχονται και άλλα που θα σου διακόψουν αρνητικά τη διαδρομή, ένας σεκιουριτάς ας πούμε (πράγμα που συνέβη) αλλά κι αυτό έχει ένα ενδιαφέρον για μένα, η συμμετοχή ή η παρέμβαση του περιβάλλοντος. Ωστόσο, όπως το έφτιαξε και το ασφάλισε ο Τάσος, όποιο κι αν ήταν το εξωτερικό ερέθισμα, υπήρχε πάντα ένας άξονας στον οποίο μπορούσαμε να κινηθούμε.

Τάσος: Θα ήταν ενδιαφέρον να μπορέσουμε να τα εντάξουμε όλα αυτά, αλλά δεν μπορούμε, μετά σταματάει να είναι θέατρο.

Χρήστος: Σταματάει να είναι θέατρο αλλά δεν σταματάει να είναι βίωμα κι εκεί τα όρια ίσως να μην είναι εντελώς διακριτά.

 Συζητάμε αν πρόκειται για δύο μνήμες ή για δύο κόσμους, έναν θεατρικό κι έναν πραγματικό, ο Χρήστος λέει πως είναι τελικά και τα δύο (κ. Λόλα, ηθοποιοί) αποτυπώματα εκείνης εποχής.

Τάσος: Αυτό που θα ήθελα ιδανικά θα ήταν να είχαμε σε κάθε γωνία και μια ιστορία, μια μαρτυρία, κάποιον που έχει βρει κάτι να μεταφέρει από εκείνη την εποχή, μικρό, όχι μικρό… Είχαμε βάλει το ηχητικό στα ακουστικά όχι μόνο για να μην ακούγεται ο εξωτερικός χαμός, αλλά και για να ακούγονται όλα αυτά τα ανακατεμένα, δηλαδή να περνάω και να ακούω ένα echo.

Χρήστος: Κρατώντας οπτικά αυτό που συμβαίνει σήμερα. Αυτό ήταν δομικό κομμάτι μας.

Τάσος: Αν δεν μπορείς να ενεργοποιήσεις τη μνήμη ή την Ιστορία μέσω αυτού που βλέπεις, θα την ενεργοποιήσεις με μια άλλη αίσθηση.

Νομίζω πως η αμιγώς θεατρική αφήγηση, ξεχωρίζοντάς την από έναν γενικό όρο της performance, μπορεί να λειτουργήσει ως ρωγμή στον χρόνο της πόλης και στις κανονιστικές τις ροές της. Μέσω των ιστοριών που μας δεσμεύει να ακούσουμε εκείνη τη στιγμή, να αποκτήσουμε ένα άλλο βλέμμα στη ρυθμιστική σχέση παρελθόντος και παρόντος, εκκινώντας από το σήμερα και το εδώ και τώρα του παραστατικού γεγονότος.

Τάσος: Είναι σαν να επιπλέεις σε έναν χυλό, που επιπλέουμε καθημερινά, και να σε αρπάζει κάποιος και να σου λέει: «πάρ’ τα». Παρόλα αυτά οι ιστορίες που είχαμε εδώ δεν έλεγαν κάτι, ας πούμε, αντισυμβατικό για την Κατοχή. Πέρα από την ιδέα που έχουμε για μια αλληλουχία βίας, λιμού κ.λπ., νομίζω πως είναι αυτό που λέει ο Χανδρινός, ότι η ζωή δεν σταματούσε, αλλά σε μεγάλο βαθμό κυλούσε, όπως κυλάει σε κάθε μεγάλη κρίση.

Νομίζω πως είναι πολύ ενδιαφέρον, προς αυτήν την κατεύθυνση, να εξετάσει κανείς του στίχους των ρεμπέτικων τραγουδιών της Κατοχής, που στην πραγματικότητα επιβεβαιώνουν το παραπάνω.

Τάσος: Λίγα από τα σημεία που είχαμε θα τα χαρακτηρίζαμε άγνωστα σε σχέση με τη συλλογική μνήμη. Σιγά σιγά αναρωτιόμαστε για την καθημερινότητα της Ιστορίας. Στην επιστήμη της Ιστορίας έχουμε ήδη περάσει πια από την κεντρική αφήγηση σε μικρο-ιστορίες που συγκλίνουν και που πριν τις παραμερίζαμε και τις αποκρύπταμε.

Και πώς έρχεται το θέατρο σε αυτό;

Τάσος: «Ε, αυτό αν δεν γίνει στο θέατρο δεν γίνεται πουθενά, αν δεν ζωντανέψει αυτό στο θέατρο…»

Συζητάμε για παραστάσεις που αναπαριστούν την Ιστορία μέσα από το κυρίαρχο εθνικό αφήγημα.

Τάσος: Ακόμα και σε αυτό δεν είμαι αντίθετος, αν το ξέρεις και το αναγνωρίζεις ως τέτοιο δεν με ενοχλεί. Αν το αναγνωρίζεις κι αυτό ως μια άλλη αφήγηση. Η Ιστορία είναι ήδη αφήγηση, δεν είναι δεδομένα. Εσύ συνθέτεις τα δεδομένα σε μια αφήγηση. Δεν είναι φυσική ή μαθηματικά. Δεν ξέρω δηλαδή αν και τα μαθηματικά είναι έτσι… Το θέατρο, λοιπόν, είναι ένας δοκιμαστικός σωλήνας, μπορούμε να πούμε χίλιες πεντακόσιες ιστορίες, και θα ήταν ωραίο να ακούσουμε αυτές τις διαφορετικές ιστορίες για το ίδιο θέμα. Κι όλες να ισχύουν, να είναι έγκυρες, όντας, βέβαια, στηριγμένες σε κάποια δεδομένα.

Εσείς για ποιο λόγο κάνατε αυτή τη διαδρομή; Για ποιο λόγο είπατε αυτή την ιστορία;

Τάσος: Για να κάνουμε ένα στοπ στην πόλη.

Υπάρχει κάτι προβολικό στον σκοπό; Κάτι που ζητά κάτι από το μέλλον;

Τάσος: Αν φαντασιωνόμουν κάτι, προβολικό όπως λες, θα ήταν μια πόλη στην οποία περιπλανιόμαστε και μας αφηγείται ιστορίες ή αφηγούμαστε εμείς μέσα σε αυτήν. Δεν είναι στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, θα μπορούσα να το κάνω και με άλλη ιστορική περίοδο.

Χρήστος: Δεν περιμένεις ακριβώς αυτό το προβολικό από το θέατρο, αλλά δοκιμάζεις φόρμες οι οποίες εμπεριέχουν πάντα έναν κίνδυνο, το ότι δεν ξέρεις καν αν όλο αυτό το πράγμα θα λειτουργήσει ή όχι.

Τάσος: Το περιεχόμενο έρχεται και σε βρίσκει, σε γεμίζει. Το θέμα στο θέατρο είναι το “μπουκάλι”. Το “μπουκάλι” εδώ ήταν να πατήσουμε λίγο φρένο στον ρυθμό της πόλης, να την ακούσουμε.

Ο χρόνος στη συγχρονία μας μοιάζει να βρίσκεται σε ένα καθεστώς ενός συνεχώς ανανεωνόμενου παρόντος, όπου το χθες μοιάζει ήδη μακρινό παρελθόν, οι διαστάσεις του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος εξαφανίζονται. Λησμονούμε, δεν βιώνουμε, δεν ονειρευόμαστε. Ίσως η άσκηση στο σταμάτημα, στη στάση μέσα στην πόλη, να κρύβει μια προσπάθεια ανασυγκρότησης του χρόνου και της μνήμης.

Τάσος: Εδώ είναι το ζητούμενο, πώς στο καλό γινόμαστε περιπατητές, flâneur, που έλεγε ο Benjamin. Και νομίζω πως εδώ έρχεται το θέατρο. Η άλλη σου εκδοχή θα ήταν να το κάνεις μες στο δωμάτιο σου, να παγώσεις, να τραβήξεις φρένο, να διαβάσεις ένα βιβλίο, να σκεφτείς. Εδώ έρχεται το θέατρο σχεδόν να σου επιβάλει να κοιτάξεις μέσα από το παρόν-παρελθόν και να δεις εσύ τι θες να κάνεις παραπέρα.

Ιστορία και ιστορίες, συλλογική μνήμη, εθνικές αφηγήσεις και αφηγήσεις κοινωνικών και πολιτικών ομάδων ή ατόμων, όλα σε μια επιφάνεια εμφανίσεων και παραμορφώσεων που λέγεται πόλη, Αθήνα εν προκειμένω. Ίσως αυτό που φέρει το θέατρο όταν έρχεται να κατοικήσει τις σκηνές αυτής της επιφάνειας είναι η θεμελιώδης αρχή του, το εδώ και τώρα, που γίνεται και η ρυθμιστική αρχή που καθορίζει την ορατότητα αυτού που βρίσκεται σε αυτές τις σκηνές. Πρόκειται, δηλαδή για μια μνήμη που είναι ένα ανοιχτό σύστημα, όπου εκκινώντας από το παρόν ενεργοποιείται κάθε φορά το παρελθόν.

Νομίζω πως αυτό που αντιτίθεται στη λήθη, τελικά δεν είναι καν η μνήμη, αλλά αυτό μου σημειώνει η ομάδα Παπαλάνγκι για τον «Περίπατο στην Αθήνα της κατοχής»: μέσω του θεάτρου και της τέχνης στοχεύει στην επαναδιεκδίκηση του δημόσιου χώρου της πόλης και στην επανασύσταση της Αθήνας ως ενός συνολικού σκηνικού-μνημείου.

 

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email