Light Mode

Dark Mode

Η γέννηση και ο θάνατος μιας πολιτιστικής επανάστασης

Light Mode

Dark Mode

«Το Περμ δεν έχει τίποτα αξιόλογο να δείτε».

Αυτή ήταν η απάντηση του πρώτου ανθρώπου από τον οποίο πήρα συνέντευξη την επομένη του 24ωρου ταξιδιού μου από τη Μόσχα -1.440 χιλιόμετρα οδικώς-  και είναι το τελευταίο πράγμα που θες να ακούσεις μετά από τόσες ώρες δρόμου! Πρόκειται για τον καθηγητή του Πανεπιστημίου της πόλης και υπεύθυνο «χάραξης πολιτικής της πολιτιστικής κληρονομιάς» Βλαντιμίρ Αμπάσεφ.

Όπως δεκάδες πόλεις στη Ρωσία και ειδικά στα ευρύτερα (πλούσια σε πολύτιμα μέταλλα) Ουράλια, το Περμ ιδρύθηκε το 1723 μετά από διάταγμα του Μεγάλου Πέτρου για να στεγάσει τους εργάτες του πρώτου ορυχείου χαλκού που έφερε το όνομα «Γιεγκοσίχινσκ». Για τρακόσια σχεδόν χρόνια η πόλη ζούσε χάρη στα πολύτιμα μέταλλα και στα εργοστάσιά της, τα οποία συγκέντρωναν το σύνολο της οικονομικής της δραστηριότητας και ο πολιτισμός βρισκόταν πάντα σε τελευταίο πλάνο, τόσο πολιτικά όσο και κοινωνικά. Εξαίρεση αποτελεί το τεράστιο, για μια πόλη του ενός εκατομμυρίου κατοίκων, θέατρο Όπερας και Μπαλέτου «Τσαϊκόφσκι», το οποίο πήρε την τελική, σημερινή μορφή του το 1880 και το οποίο αποτέλεσε το κέντρο της πολιτιστικής δραστηριότητας του Περμ. Παραδοσιακά κοστούμια, κλασικά σκηνικά και, φυσικά, ούτε λόγος για νέες σκηνοθετικές ματιές. Ο «επαρχιώτης» θεατής κατανάλωνε αυτό που θα του ήταν εύκολο και κατανοητό, που θα τον ξεκούραζε μετά από μια δύσκολη μέρα στη δουλειά. Παράλληλα, η πόλη οργάνωνε εμποροπανηγύρεις με λαϊκή τέχνη και παραδοσιακούς χορούς, και στο μοναδικό της μουσείο στέγαζε κυρίως τους διάσημους ξυλόγλυπτους αρχαίους «θεούς» της. Η σημερινή διευθύντρια του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Ναϊλιά Αλλαχμαντούλινα μού λέει: «Το Περμ έμοιαζε να είναι ένα μέρος όπου δεν συνέβαινε τίποτα. Δεν υπήρχε στον χάρτη του σύγχρονου Πολιτισμού».

Όλα αυτά μέχρι το 2008. Τότε ήταν που άλλαξαν όλα. Στην Περιφέρεια του Περμ (Πέρμσκι Κράι) ορίζεται το 2005 Κυβερνήτης με διάταγμα του Βλαντιμίρ Πούτιν ο επιχειρηματίας Ολέγκ Τσιρκουνόφ. Τρία χρόνια αργότερα ανακοινώνει στο τοπικό οικονομικό Φόρουμ πως ο Πολιτισμός ανακηρύσσεται σε κεντρικό εργαλείο ανάπτυξης της πόλης και της οικονομίας της. Είναι η πρώτη φορά στη ρωσική ιστορία που κάποιος αξιωματούχος ανακοινώνει κάτι τέτοιο. «Ξαφνικά δημιουργήθηκε διαδόθηκε ότι στο Περμ άρχισε κάτι να κινείται», θυμάται η Αλλαχμαντούλινα. Η κίνηση αυτή προσελκύει τοπικούς επιχειρηματίες οι οποίοι ενισχύουν την προσπάθεια, ενώ συγκεντρώνονται στην πόλη σημαντικοί άνθρωποι της Τέχνης από την υπόλοιπη Ρωσία, με καθοριστικότερο όλων τον γκαλερίστα Μαράτ Γκέλμαν, ο οποίος θα αποτελέσει τον «εγκέφαλο» του εγχειρήματος. Ο τελευταίος στήνει την έκθεση «Russian Povera» σε έναν εγκαταλελειμμένο σιδηροδρομικό σταθμό και ταυτοχρόνως ιδρύει στον ίδιο χώρο το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης PERMM, με χορηγία του ντόπιου επιχειρηματία Σεργκέι Γκορντέγιεφ.

Για ό,τι θα ακολουθήσει τα επόμενα χρόνια στο Περμ, ο Μ. Γκέλμαν έχει δηλώσει: «Η Τέχνη είναι ένας φθηνός και αποτελεσματικός τρόπος προόδου μιας πόλης. Αυτό η Τέχνη το πετυχαίνει πιο εύκολα γιατί τα μεγέθη διαφέρουν σε σύγκριση με τη βιομηχανία ή την πολιτική. Συχνά φέρνω το εξής παράδειγμα: Ο Πικάσσο δημιούργησε έργα τέχνης η αξία των οποίων φτάνει την αξία της Gazprom. Το γεγονός ότι αυτή η φιλοδοξία γεννήθηκε στο Περμ σχετίζεται μ’ ένα σύνολο παραγόντων, με πιο σημαντικό την τότε πολιτική κατάσταση στην περιφέρεια1https://docs.google.com/document/d/1HrYhcwmrK9RLDE4fTlgQvCRXelbH8PRB1L34_6dD2nw/edit», ενώ την ίδια οπτική μοιραζόταν και ο τότε Κυβερνήτης Ο. Τσιρκουνόφ: «Ο άνθρωπος θέλει να αισθάνεται πως η ζωή του δεν περνά χωρίς κάποιο σκοπό. Πως είναι γεμάτη, πως ο ίδιος βρίσκεται στο κέντρο των γεγονότων. Τα γεγονότα αυτά έπρεπε να τα δημιουργήσουμε. Εκθέσεις, παραστάσεις, street art… Η επένδυση στον τομέα του Πολιτισμού είναι ίσως ο πιο φθηνός και αποτελεσματικός τρόπος για να αισθανθεί κανείς πως ζει στο σωστό μέρος2Εφημερίδα Vedomosti, 2011».

Κάπως έτσι ξέσπασε στο Περμ αυτό που ονομάστηκε «πολιτιστική επανάσταση».

То 2009 ξεκινά το Φεστιβάλ «Λευκές Νύχτες», στη διάρκεια του οποίου γίνονται 80 εκθέσεις και εγκαινιάζονται 30 θεατρικές σκηνές. Στο στήσιμό του συμμετέχουν περισσότερα από 2000 άτομα. Οι ντόπιοι καλούνται να ζωγραφίσουν τα καπάκια των υπονόμων και να διακοσμήσουν τα παράθυρα των σπιτιών τους με δικά τους έργα. Την πρώτη χρονιά το Φεστιβάλ μετρά 136.000 θεατές, εκ των οποίων το 80% δηλώνουν πως θα το επισκεφθούν και την επόμενη χρονιά. Το 2011 στο ίδιο φεστιβάλ μέσα σε 24 μέρες παρουσιάζονται 250 εκδηλώσεις και οι θεατές του φτάνουν το μισό εκατομμύριο. Καλλιτέχνες ζωγραφίζουν τις τσιμεντένιες περιφράξεις της πόλης, από τις οποίες γεννιέται το πρότζεκτ «Μεγάλες Ιστορίες του Περμ». Τοποθετούνται νέες στάσεις λεωφορείων σε σχέδια του «Κέντρου Ανάπτυξης Ντιζάιν του Περμ», στήνονται εικαστικές εγκαταστάσεις οι οποίες αργότερα θα αποτελέσουν νέα trademarks της πόλης, όπως η επιγραφή «Η ευτυχία δεν κρύβεται απ’ τα βουνά (σημ. Ουράλια)» του Μπορίς Ματρόσοφ αλλά και τα «κόκκινα ανθρωπάκια» του Αντρέι Λιουμπλίνσκι, που τοποθετούνται στο κτίριο της Φιλαρμονικής. Ταυτόχρονα, ξεκινά το πρότζεκτ «Περμ – πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης» στο πλαίσιο του οποίου προσκαλούνται πολεοδόμοι, αρχιτέκτονες, άνθρωποι των τεχνών παγκοσμίου φήμης και στους οποίους ανατίθεται ο σχεδιασμός ανακαίνισης του αεροδρομίου, του θεάτρου Όπερας και Μπαλέτου και του μουσείου ξυλογλυπτικής. Τέλος, η σκηνή του μουσικού θεάτρου γνωρίζει μια νέα εποχή όταν ο Θόδωρος Κουρεντζής αναλαμβάνει την καλλιτεχνική διεύθυνση του θεάτρου Όπερας και Μπαλέτου μετακομίζοντας μαζί με τη χορωδία του musicAeterna από το Νοβοσιμπίρσκ. Στη διάρκεια της θητείας του (2011-2019) παρουσιάζονται στο Περμ όπερες σε σκηνοθεσία καλλιτεχνών παγκοσμίου βεληνεκούς, όπως ο Θεόδωρος Τερζόπουλος, ο Ρομέο Καστελούτσι, ο Πίτερ Σέλαρς και ο Φιλίπ Ίμελμαν. Την περίοδο της «πολιτιστικής επανάστασης» το Περμ φτάνει να χαρακτηρίζεται η τρίτη μουσική πρωτεύουσα της Ρωσίας. Η επανάσταση αυτή όμως, δεν άργησε να βρει τους εχθρούς της, οι οποίοι δεν ήταν άλλοι από κατοίκους και καλλιτέχνες της πόλης.

Η Ν. Αλλαχμαντούλινα με μεταφέρει στην καρδιά της σύγκρουσης: «Όλους εμάς που ήρθαμε από άλλες πόλεις μας χαρακτήρισαν ως «ξένους κατακτητές – εισβολείς». Έβλεπαν το εγχείρημα από υπό ένα πρίσμα κυριαρχίας, επέκτασης χωρίς να αντιλαμβάνονται τα πλεονεκτήματά του. Υπήρξε  ένα μικρό τμήμα κατοίκων που ήθελαν το καινούργιο, το διαφορετικό και ήταν κυρίως νέοι άνθρωποι που συνήθως εγκαταλείπουν τις μικρές πόλεις. Η «πολιτιστική επανάσταση» σταμάτησε αυτή τη μετανάστευση, αφού μπορούσες να βρεθείς ταυτόχρονα σε διαφορετικούς καλλιτεχνικούς κύκλους, να εμπνέεσαι και να εμπνέεις άλλους ανεξάρτητα απ’ το ποια είναι η τέχνη σου. Γι’ αυτή την ομάδα κατοίκων η «πολιτιστική επανάσταση» ήταν τεράστιο γεγονός. Στη μερίδα όμως των κατοίκων που θα τους χαρακτήριζε κανείς ως «τοπικούς πατριώτες» και που αποτελούν τη συντηρητική πλευρά της κοινωνίας του Περμ δεν προτάθηκε κάτι και γι’ αυτό γεννήθηκε μια μεγάλη σύγκρουση, η οποία πολιτικοποιήθηκε. Εμφανίστηκαν πολιτικοί που χρησιμοποίησαν το εγχείρημα για τους δικούς τους επικοινωνιακούς σκοπούς προβοκάροντας αυτή τη σύγκρουση, επικαλούμενοι τη μεγάλη αύξηση του προϋπολογισμού για τον Πολιτισμό και ήταν αδύνατο να διαχωριστεί η πραγματική σύγκρουση από την πολιτική χροιά που πήρε εσκεμμένα».

Ενδεικτικά, ο διάσημος συγγραφέας Αλεξέι Ιβανόφ, γέννημα- θρέμμα της πόλης, δήλωνε πως είναι ταπεινωτικό οι μεγάλες αλλαγές στην πόλη να γίνονται χάρη σε «αλεξιπτωτιστές από τη Μόσχα», ενώ ο γνωστός δημοσιογράφος της πόλης Ιβάν Κολπακόφ είπε πως αυτές οι δράσεις έρχονται σε αντίθεση με τον καταθλιπτικό χαρακτήρα της πόλης και πως η πόλη χρειάζεται βελτίωση των υποδομών της και όχι σύγχρονη τέχνη. Στη συνέχεια ο πρόεδρος του σωματείου καλλιτεχνών του Περμ, Ραβίλ Ισμαγκίλοφ, λέει ανοιχτά σε συνέντευξή του πως ο ίδιος θα έβαζε φωτιά να κάψει τα «κόκκινα ανθρωπάκια» και πράγματι σύντομα ξεκινούν στην πόλη οι πράξεις βανδαλισμού από κατοίκους που «στολίζουν» τα γλυπτά με σπασμένα μπουκάλια και γκράφιτι, ενώ γίνονται επανειλημμένες απόπειρες εμπρησμού της επιγραφής «Η ευτυχία δεν κρύβεται απ’ τα βουνά». Τα ποσοστά αποδοχής του Τσιρκουνόφ μειώνονται δραματικά και εν όψει εκλογών ο ίδιος δεν έχει επιλογή παρά να υποβάλει την παραίτησή του.

Κάπως έτσι, η ενέργεια, οι ιδέες, η φαντασία των ανθρώπων που έζησαν και δημιούργησαν στην πόλη το προηγούμενο διάστημα εξανεμίζονται, καθώς τελικά έγιναν το έδαφος για ένα πρόβλημα πολιτικό και τα προβλήματα, ως γνωστόν, απαιτούν αποφασιστικότητα: το 2013 ο τότε Πρόεδρος Ντιμίτρι Μεντβέντεφ κάνει δεκτή την παραίτηση του Κυβερνήτη. Ο Τσιρκουνόφ σήμερα ζει στη Γαλλία και ασχολείται με την οινοποιία. Έπειτα ο πατέρας της «πολιτιστικής επανάστασης» Μαράτ Γκέλμαν απολύεται από τον νέο υπεύθυνο Πολιτισμού και σήμερα ζει στην Κροατία, ενώ μάλιστα έχει ανακηρυχθεί από την κυβέρνηση «ξένος πράκτορας». Το φεστιβάλ σύγχρονης τέχνης «Λευκές Νύχτες στο Περμ» πραγματοποιείται για τελευταία φορά το 2014, το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης PERΜM μετακομίζει από το κτίριο του σιδηροδρομικού σταθμού σε ένα πρώην εμπορικό κέντρο, ενώ το παλιό του κτίριο, αφού ανακαινίζεται από την Περιφέρεια, στεγάζει την έκθεση εθνικής υπερηφάνειας «ΡΩΣΙΑ, Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΟΥ». Όλες οι πρωτοβουλίες που γεννήθηκαν στον τομέα του Πολιτισμού τερματίστηκαν το 2014, με επίσημη δικαιολογία την έλλειψη πόρων. Τέλος, το 2019 ο Θόδωρος Κουρεντζής παραιτείται από καλλιτεχνικός διευθυντής του θεάτρου Όπερας και Μπαλέτου, με την τοπική εξουσία να τον κατηγορεί ότι οι παραστάσεις του προορίζονται για το εξωτερικό και όχι για το κοινό της πόλης. Είναι δηλαδή εξαγώγιμο προϊόν. Κι αυτό δεν είναι καλό. Διότι το προϊόν πρέπει να είναι ντόπιο, παραδοσιακό, εθνικό και βεβαίως ως τέτοιο να τροφοδοτεί και να αναγεννά την εθνική υπερηφάνεια. Το σκηνικό αφήγημα χρειάζεται μια παραδοσιακή αισθητική κι ένα εξίσου παραδοσιακό μήνυμα, ώστε η κατανάλωσή του να είναι ασφαλής. Όσον αφορά αυτή τη νέα γενιά καλλιτεχνών που επέστρεψε στην πόλη εμπνευσμένη από το ρεύμα της πολιτιστικής επανάστασης, έχει μείνει διασπασμένη, με τον καθένα και την καθεμιά τους να ακολουθούν έναν δρόμο μονήρη, μοναχικό.

Την εβδομάδα που έμεινα εκεί συνειδητοποίησα πως το Περμ μπορεί να μην είναι μια πόλη γεμάτη από ιστορικά αξιοθέατα, αλλά είναι σίγουρα γεμάτη από μοναδικούς, ταλαντούχους δημιουργούς. Είναι όμως και μια πόλη πληγωμένη βαθιά από τον διχασμό που επιδιώκει να προκαλεί η πολιτική εξουσία όταν αποφασίζει να ασχοληθεί με την Τέχνη με σκοπό όχι να την προσφέρει ελεύθερα σε ελεύθερους πολίτες, αλλά να την μετατρέψει σε εργαλείο ιδεολογικής επικράτησης και τελικά επιβολής. Μια εξουσία που την φοβίζει το καινούργιο, το ελεύθερο και το χαρακτηρίζει ως μη-εθνικό και άρα επικίνδυνο, για χάρη του συντηρητικού εκλογικού σώματος που αναζητά απεγνωσμένα την αυτοκατάφαση και μια παρεξηγημένη «σταθερότητα» μέσα στη βαθιά ασταθή καθημερινότητά του.

 

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email