Light Mode

Dark Mode

Ο Samuel Beckett στα ερείπια του Saint-Lô

Light Mode

Dark Mode

Το κείμενο Πρωτεύουσα των Eρειπίων γράφτηκε το 1946 από τον Samuel Beckett ως ανταπόκριση από τη γαλλική πόλη Saint-Lô για λογαριασμό του ιρλανδικού ραδιοφώνου Radio Eirean, ωστόσο απορρίφθηκε και δημοσιεύτηκε μόνο αργότερα σε γραπτή μορφή. Η Saint-Lô, που τελούσε υπό γερμανική κατοχή, βομβαρδίστηκε από τις Συμμαχικές Δυνάμεις και έπειτα, όπως μαρτυρά και το αρχειακό υλικό, ολόκληρη η πόλη μετατράπηκε σε ερείπια. Τον τίτλο μάλιστα εμπνεύστηκε από ένα βιβλιαράκι με φωτογραφικό υλικό που κυκλοφορούσε και τιτλοφορούνταν «Saint-Lô, Capital des Ruines, 5 et 7 Juin, 1944». Στην πόλη δημιουργήθηκε ένα νοσοκομείο του ιρλανδικού Ερυθρού Σταυρού.

Το κείμενο δυσκόλευε για χρόνια τους μελετητές ως προς την ειδολογική κατάταξή του, ενώ άργησε να αποτελέσει το αντικείμενο προσεκτικότερης έρευνας. Το εξαιρετικά σύντομο αυτό κείμενο –καταλαμβάνει λιγότερο από δύο σελίδες– φαίνεται να αποτελεί μια εξαιρετικά σημαίνουσα στροφή στη γραφή του Beckett, ενώ φέρει σε μια πρωταρχική μορφή τα στοιχεία στα οποία θα στηριχτεί η τριλογία (Μολλόυ, Ο Μαλόν πεθαίνει, Ακατανόμαστος)  και το Περιμένοντας τον Γκοντό, και τα οποία θα επιστρέφουν συνεχώς τόσο στην πεζογραφία όσο και στη δραματουργία του Ιρλανδού. Αν τα ερείπια επανέρχονται με διάφορους τρόπους συνεχώς στο έργο του, το ίχνος τους πιθανώς πηγάζει από τα ερείπια του Saint-Lô ή αλλιώς τα παραδειγματικά του ερείπια.

Η συντακτική δομή του κειμένου και ο τρόπος με τον οποίο διοχετεύονται οι πληροφορίες, μαρτυρούν την αδυναμία αναπαράστασης τόσο αυτού που συμβαίνει στον χώρο όσο και της τοποθέτησής του στο ιστορικό γίγνεσθαι. Η παρατακτική σύνδεση δημοσιογραφικής ανταπόκρισης, πρόζας και ποιητικού λόγου προκαλεί ρήγματα στη χρονική συνέχεια και στον ιστορικό χρόνο. Η μεταφορά της ποιητικής εικόνας και η αλληγορία, αν και στιγμιαίες, μοιάζουν οι μόνες ικανές να αρθρώσουν έναν ιστορικό λόγο. Την προσπάθεια περιγραφής κάποιων κατασκευαστικών στοιχείων του νοσοκομείου, για παράδειγμα, ακολουθεί η πρόταση: «Οι τοίχοι και η οροφή του χειρουργείου είναι επιστρωμένοι με αλουμίνιο αεροναυπηγικής προέλευσης, μια διακοσμητική και πρακτική λύση σε ένα παλιό πρόβλημα και μια πρόσχαρη παραλλαγή της μεταμόρφωσης του σπαθιού σε υνί».  Ας σημειώσουμε εδώ πως το αλουμίνιο που αναφέρει προφανώς προέρχεται από τα αμερικανικά αεροσκάφη που είχαν βομβαρδίσει το Saint-Lô, για να αποτρέψουν τα ναζιστικά στρατεύματα από το να εισβάλουν στη Νορμανδία. Ο Beckett εδώ διαρρηγνύει τον χρόνο του κειμένου και τον ιστορικό χρόνο ταυτόχρονα. Η μεταφορά του μας ακινητεί μπροστά στις πιθανές μεταμορφώσεις που διανοίγονται. Επίσης μας επαναφέρει στις περιγραφές του: παρατηρούμε ότι δεν περιγράφει ό,τι βρίσκεται τώρα στην επιφάνεια του εδάφους, αλλά μας μετατοπίζει και σε ό,τι συμβαίνει κάτω από αυτήν, καλώντας μας τελικά σε μια αρχαιολογία του εδάφους ανάλογη με αυτή που θα συναντήσουμε αργότερα στο Περιμένοντας τον Γκοντό.

Έτσι το μη αναπαραστάσιμο των ερειπίων, το μη ορατό, προσεγγίζεται μέσω της μεταφοράς σε επίπεδο λόγου και της μεταμόρφωσης σε επίπεδο βλέμματος. Η ερειπωμένη όψη του πραγματικού, που αργότερα στο δραματουργικό έργο του Ιρλανδού συγγραφέα θα μεταφερθεί ως σκηνική απουσία, δεν επιτρέπει την ανασύσταση ή την ύπαρξη μιας μεγάλης ενιαίας αφήγησης, ακριβώς γιατί η ανακατασκευή, εν προκειμένω του Saint-Lô, τίθεται τόσο υπό ένα προοπτικό βλέμμα όσο και υπό ένα αναδρομικό. Κι αφού μέλλον και παρελθόν αναμειγνύονται, συμβαίνει η παράδοξη κίνηση όπου το μέλλον έχει αντίκτυπο στο παρελθόν, πράγμα που σημειώνεται στο κείμενο κι από μια ιδιαίτερη μεταφορά μεταξύ των χρόνων των ρημάτων, συνδέοντας κι αποσυνδέοντας γεγονότα και σημασίες.

To κείμενο μετατοπίζει τα σύνορα μεταξύ της πρόζας, που προσδένεται στην προσπάθεια περιγραφής και αναπαράστασης, και ενός ποιητικού στοιχείου που την καθρεπτίζει. Σε αυτό το πλαίσιο η μελλοντική ανακατασκευή της πόλης αντανακλάται σε έναν νέο διαμοιρασμό ρόλων μεταξύ όχι μόνο των κατοίκων αλλά και ανάμεσα σε Γάλλους, που βίωσαν τον πόλεμο, και Ιρλανδούς, που δεν συμμετείχαν σ’ αυτόν. Το σημείο από το οποίο ξεκινά αυτή η αναδιανομή είναι φυσικά το τέλος του πολέμου, οπότε μιλάμε ταυτόχρονα για ένα παρελθόν και για μια παρούσα κατάσταση. Εκεί που η αναπαράσταση του ιστορικού γίγνεσθαι χωλαίνει, δίνεται χώρος για να αναδυθεί μια μη ορατή σχέση, μια νέα γραφή του βλέμματος, όπου τα όρια ανάμεσα στο να έχεις και να μην έχεις, στο να δίνεις και να λαμβάνεις, στην αρρώστια και στην υγεία, υποχωρούν υπό τη σημασία του «στιγμιαίου βλέμματος που κατακτήθηκε, από εμάς σε αυτούς και, ποιος ξέρει, από αυτούς σε εμάς». Σε αυτή την απόκτηση ο Beckett προσθέτει επίσης και το «χαμόγελο», που μάλιστα «περιγελά» τα παραπάνω δίπολα, και παραμένει μπροστά σε αυτή την κατάσταση του ανθρώπου, ένα γέλιο που βοηθά τον άνθρωπο να συνεχίσει να υπάρχει παρά το υπαρξιακό κενό και ίσως είναι αυτό που τρέφει και το μετέπειτα μπεκετικό χιούμορ.

Ένα στοιχείο που θα είχε ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε σε σχέση με την ακινησία του Beckett είναι αυτό του «προσωρινού» που φέρει το συγκεκριμένο κείμενο. Αφού μας περιγράψει τον προσωρινό και πρόχειρο τρόπο που κατασκευάζεται το νοσοκομείο και την ερειπιώδη κατάσταση που μεσολαβεί, και θα μεσολαβεί, μέχρι την ανακατασκευή της πόλης, φτάνει στην τελευταία παράγραφο διατυπώνοντας ξαφνικά την παρακάτω πρόταση: «‘Προσωρινός’ δεν είναι ο όρος που ήταν πριν, αφού ο κόσμος έχει γίνει προσωρινός».  Έτσι διανοίγει τον χώρο προς μια οντολογική προσέγγιση των ερειπίων, που έρχεται με την τελευταία πρόταση του κειμένου:

[…] ίσως τολμώ να αναφέρω και κάτι άλλο, πιο απομακρυσμένο αλλά ίσως μεγαλύτερης σημασίας γι’ αυτές τις γειτονιές, εννοώ την πιθανότητα ότι εκείνοι που βρέθηκαν στο Saint-Lô θα επιστρέψουν σπίτι συνειδητοποιώντας ότι έλαβαν τουλάχιστον όσα καλά έδωσαν, ότι πράγματι έλαβαν ότι θα μπορούσαν αυτοί να δώσουν, ένα όραμα και μία αίσθηση της διαχρονικής σύλληψης της ανθρωπότητας σε ερειπιακή κατάσταση, και ίσως ακόμα μια αμυδρή ιδέα των όρων, σύμφωνα με τους οποίους πρέπει να σκεφτούμε ξανά την κατάσταση μας. Αυτοί θα ήταν στη Γαλλία.

 

O Beckett μάς καλεί στα ερείπια για να ξανασκεφτούμε την κατάστασή μας σε υπαρξιακό, πολιτικό και πολιτισμικό επίπεδο. Χωρικά και χρονικά ερείπια, ανθρώπινα ερείπια, ερείπια του λόγου και της επικοινωνίας, ερείπια της μνήμης, τα δικά μας ερείπια. Ο συγγραφέας φαίνεται να μας λέει πως το ερείπιο δεν είναι ένα πράγμα αρνητικό, κι εδώ μπορούμε να θυμηθούμε τον J. Derrida:

Το ερείπιο δεν είναι αρνητικό πράγμα. Καταρχάς δεν είναι προφανώς πράγμα. Θα μπορούσε κανείς να γράψει, ενδεχομένως μαζί ή σύμφωνα με τον Benjamin, ενδεχομένως εναντίον του, μια μικρή πραγματεία για την αγάπη των ερειπίων. Άλλωστε τι άλλο μπορεί να αγαπήσεις; Μπορείς να αγαπήσεις ένα μνημείο, ένα αρχιτεκτόνημα, ένα θεσμό ως τέτοιον μόνο μέσω της ίδιας της επισφαλούς εμπειρίας της ευθραυστότητάς του: δεν ήταν πάντοτε εδώ, είναι πεπερασμένος. Και γι αυτόν τον λόγο τον αγαπάς ως θνητός, διαμέσου της γέννησής του και του θανάτου του, διαμέσου του φαντάσματος ή της σιλουέτας του, του δικού μου ερειπίου – το οποίο επομένως είναι ή ήδη προεικονίζει ο ίδιος ο θεσμός. Πώς μπορείς να αγαπήσεις διαφορετικά αν όχι μέσω αυτής της περατότητας; Από πού αλλού θα μπορούσε να προέρχεται το δικαίωμα να αγαπάς, και δη η αγάπη του δικαίου […]

 

Βιβλιογραφία

Beckett, Samuel, The Complete Short Prose, 1929-1989, επιμ. Stanley E. Gontarski: Grove Press, New York, 1995

Bénard, Julie, The Capital of the Ruins by Samuel Beckett: Re-construction as a “Re-distribution of the Sensible’, Études britanniques contemporaines. Revue de la Société dʼétudes anglaises contemporaines, 54, 2018

Derrida, Jacques, Ισχύς Νόμου, μετ. Βασίλης Μπιτσώρης, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2015

 

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email