Light Mode

Dark Mode

Θυμάσαι; Μαζί ήμασταν

Light Mode

Dark Mode

Δεν ξέρω αν το θυμάσαι, αλλά είχε διακοπεί η παράσταση. Λίγο πριν το τέλος. Είχανε μπει στο θέατρο παιδιά με πανό και συνθήματα. «Τα όνειρά μας δεν δολοφονούνται», έλεγαν. Τι γιατί; Επειδή λίγες μέρες πριν είχε πέσει νεκρός. Τι ποιος; Εκείνος, τον ξέχασες; Δεκέμβριος ήταν. Δεν θυμάσαι; Μαζί ήμασταν.

Θυμάσαι που ξαναπήγαμε στο ίδιο θέατρο ένα χρόνο μετά; Θυμάσαι τι έγινε; Που χειροκρότησαν λέω. Όχι στο τέλος, στη μέση. Εκεί που ακούστηκε η μνημειώδης ατάκα «Τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυσή της;». Και χειροκρότησαν. Όσοι νόμισαν πως ο Μπρεχτ ήταν ο απολογητής του τραπεζίτη. Δεν κατάλαβαν την ειρωνεία. Βλάκες. Πάλι μαζί ήμασταν.

Τις προάλλες όμως δεν ήρθες. Πήγα μόνη μου. Κάτι είχες και δεν μπορούσες. Το απέφυγες ευγενικά. Ευτυχώς. Θα είχες πλήξει. Είναι φορές που βλέπω μια παράσταση χωρίς να την παρακολουθώ. Στην καλύτερη περίπτωση –εκείνη δηλαδή που μου αρέσει έστω το κείμενο– φαντάζομαι παράλληλα μια άλλη σκηνοθεσία. Δεν έχω τα κότσια να σηκωθώ να φύγω. Ξέρω, εσύ δεν κωλώνεις.

Για πότε είχαν ανέβει στη σκηνή όλοι αυτοί δεν το κατάλαβα. Καθόντουσαν στις θέσεις του κοινού. «Κάπως πιραντελικό», έλεγα η ηλίθια, «αν όχι μετα-θεατρικό». Όμως δεν ήταν σκηνοθετημένο. Καθόμουν και κοιτούσα σαν χαζή, μέχρι που κατάλαβα τι γινόταν. Αργότερα, στο σπίτι, έβλεπα το στιγμιότυπο μες στο μυαλό μου ξανά και ξανά. Δεν ήξερα αν ένιωθα περισσότερο ανακουφισμένη ή θιγμένη. Ανακουφισμένη που δεν άνοιξε μύτη ή θιγμένη για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Έλεγα, πλάκα θα ’χε να το βλέπαμε κι αυτό. Να χυνόταν αίμα, κι εμείς από κάτω να χειροκροτούσαμε, να γελούσαμε, να φωνάζαμε «κι άλλο, κι άλλο». Σίγουρα δεν είμαι η μόνη που το σκέφτηκα άθελά μου.

Λέω «μας» και «εμείς», αλλά δε στέκει, επειδή δεν ήμασταν μαζί. Τέλος πάντων, καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Μη με παρεξηγήσεις.

Πώς να σε παρεξηγήσω; Κοιτάζουμε πάντα τον σχοινοβάτη με την κρυφή ελπίδα ότι θα πέσει. Θαυμάζουμε τη δεξιοτεχνία, ενώ παράλληλα ηδονιζόμαστε με το ενδεχόμενο της μοιραίας πτώσης. Πώς θα αντιδρούσαμε, όμως, τη στιγμή εκείνη; Τι θα γινόταν όταν ο μύχιος πόθος μας εκπληρωνόταν και ο καλλιτέχνης έσπαγε στ’ αλήθεια το κεφάλι του; Ραντισμένοι όπως θα ήμασταν με το αίμα του, θα πενθούσαμε ή θα το γιορτάζαμε, όπως λες;

Και πες μου, αλήθεια, δεν σου έκανε εντύπωση που είδες μπροστά στα μάτια σου την παράβαση να αντιστρέφεται; Κανονικά ο χορός είναι αυτός που απευθύνεται στους θεατές, σπάζοντας τη σύμβαση της (ασφαλούς) απόστασης και φέρνοντάς τους κοντά του. Εδώ συνέβη το αντίστροφο. Και έγινε επικίνδυνο. Ανέβηκε στη σκηνή ένα κοινό με άγριες προθέσεις.

Μια φορά είχε συμβεί κάτι πιο χαριτωμένο. Μαζί ήμασταν πάλι. Ένας θεατής φώναξε «Ρίξε το πέντε!…» και ο ηθοποιός συμπλήρωσε «…ουρλιάζει ο νεκρός δολοφόνος». Έσκυψα στο αφτί σου και σου ψιθύρισα «Σαχτούρης», όλο χαρά εγώ, ο ξερόλας. Μετά φάνηκε πως δεν ήταν συνεννοημένοι, γιατί ο θεατής φώναξε θυμωμένος «Το θέατρο πέθανε μαζί με τον Ίψεν!» και ο σκηνοθέτης (που έπαιζε κιόλας) απάντησε «Εδώ είναι θέατρο, δεν είναι twitter!». Ναι, Μπρεχτ βλέπαμε και τότε.

Με τα μεγάλα χιόνια άκουσα ένα μακρόσυρτο κρακ και βγήκα στο παράθυρο. Ένα δέντρο είχε πέσει πάνω στο αμάξι μου. Γελούσα υστερικά, καθηλωμένος δίπλα στο καλοριφέρ, ανήμπορος να παρέμβω στη φάρσα που παιζόταν εις βάρος μου. «Τα λεφτά μου πίσω!», φώναζα, «ακούτε ρε; Τα λεφτά μου πίσω!». Είχανε βγει κι οι γείτονες να δούνε τι τρέχει. Χύθηκε αίμα; Όχι μωρέ το αμάξι αυτουνού του γελοίου. Α ευτυχώς.

Ρίχνεις ποτέ καμιά κλέφτη ματιά σε κείνον που κάθεται δίπλα σου; Σε θυμάμαι απορροφημένη, ερωτευμένη παράφορα με τον πρωταγωνιστή, να κρατιέσαι από την μπροστινή θέση ανοιγοκλείνοντας μηχανικά τα γόνατά σου. Σε κοιτούσα σαν χάνος ψάχνοντας τα μάτια σου –εσύ επίμονα να μου τα αρνείσαι. Τι έπρεπε να γίνει για να με προσέξεις; Να διακόψω την παράσταση;

Ναι, θυμάμαι, μαζί ήμασταν. Κι εγώ κι εσύ και οι υπόλοιποι.

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email