Light Mode

Dark Mode

Επιστολή στον Pablo Gisbert

Light Mode

Dark Mode

Η θεατρική κολεκτίβα El Conde de Torrefiel (Tanya Beyeler και Pablo Gisbert), με έδρα τη Βαρκελώνη, δονεί τις ευρωπαϊκές σκηνές με την τόσο επιδραστική θεατρική της γλώσσα. Ανανεώνει τους θεατρικούς κώδικες, απαντώντας στη συζήτηση για το τέλος του δράματος: ναι, το δράμα, η θεατρική γραφή, όπως τα γνωρίσαμε τον 19ο και 20ο αιώνα μπορεί να μην λειτουργούν πια, ο Λόγος όμως και η Αφήγηση μπορούν ακόμη να είναι παρόντα στη σκηνή. Έτσι, η ισπανική ομάδα πειραματίζεται με νέους τρόπους παραγωγής «κειμενικότητας», επιχειρώντας συνδέσεις ανάμεσα στο κείμενο, τις εικαστικές τέχνες και τη χορογραφία: χορός πολιτών, ερασιτέχνες, doc theatre, fiction, site specific, συλλογική δραματουργία, πολυφωνία, μείξη τεχνών. Μύθος και τελετουργία, παλλόμενα σώματα στη σκηνή. Ενώ, κατασκευάζοντας μυθοπλασίες για το παρόν, καλεί σε έναν ποιητικό και συλλογικό αναστοχασμό του.

Ξεκίνησε το 2010 με το έργο La historia del rey vencido por el aburrimiento (Η ιστορία του βασιλιά που νικήθηκε από την πλήξη). Έκτοτε, η El Conde de Torrefiel παρουσιάζει το έργο της σε πόλεις και φεστιβάλ στην Ισπανία και διεθνώς: Φεστιβάλ d’ Automne (Παρίσι), Kunstenfestivaldesarts (Βρυξέλλες), Théâtre de Vidy-Lausanne (Λωζάνη) Alkantara Festival (Λισαβόνα). Στην Ελλάδα μάς τους σύστησε η Χριστιάνα Γαλανοπούλου και το MIR Festival, φιλοξενώντας το έργο τους Guerilla (2016), μια παράσταση για μια Ευρώπη που αλλάζει ερήμην μας. Ενώ το 2018 φιλοξενήθηκαν και στο Φεστιβάλ Αθηνών με την παράσταση La Plaza, για τον χωροχρόνο, τα όρια, τη βία. Τα πιο πρόσφατα έργα του ντουέτου επικεντρώνονται αποκλειστικά στον 21ο αιώνα και στην υπάρχουσα σχέση ανάμεσα στο προσωπικό και το πολιτικό.

Τον Μάρτιο του 2021, η El Conde de Torrefiel έγραψε ένα ολοκαίνουργιο κείμενο, ανταποκρινόμενη στο κάλεσμα της Βαρβάρας Δούκα, Καλλιτεχνικής Διευθύντριας του ΔΗΠΕΘΕ Κέρκυρας1Διαδικτυακή συζήτηση “Vice versa: Επιθυμία για μια νέα οικουμενική ταυτότητα” (21/03/2021), με αφορμή τα 200 χρόνια από την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης. Ακολουθώντας την πορεία που ακολούθησε και η Ελληνική Επανάσταση, δηλαδή ανιχνεύοντας το αποτύπωμα της Ελλάδας και της Ελληνικότητας έξω από την Ελλάδα σε δημιουργούς από το εξωτερικό. Η Βαρβάρα Δούκα, καλλιτεχνική διευθύντρια του ΔΗΠΕΘΕ Κέρκυρας, συνομίλησε με σημαντικούς  καλλιτέχνες των παραστατικών τεχνών (Milo Rau, Howard Barker, El Conde de Torrefiel, Massimo Furlan, Abou Lagraa, Darko Lukic), που έχουν συμβάλει με το έργο τους σε θέματα εθνικής ταυτότητας, στον προβληματισμό για την Ελλάδα, την Ευρώπη, τα ευρωπαϊκά και ανθρωπιστικά κεκτημένα. Περισσότερα: shorturl.at/msJRU και της Αγγελικής Πούλου (μέλος της Medea Electronique και επιστημονική υπεύθυνη της δράσης) να σκιαγραφήσει το βλέμμα της επάνω στα ζητήματα: ΙΔΑΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ / ΙΔΑΝΙΚΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ / ΙΔΑΝΙΚΟΣ ΤΟΠΟΣ / ΙΔΑΝΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ / ΙΔΑΝΙΚΗ ΠΑΤΡΙΔΑ. Το ACT II έχει τη χαρά να το δημοσιεύει κατ’ αποκλειστικότητα. Τη μετάφραση από τα ισπανικά στα ελληνικά υπογράφει η ποιήτρια Ιφιγένεια Ντούμη και την αγγλική μετάφραση ο Στάθης Παρασκευόπουλος.

 

Επιστολή στον Pablo Gisbert 

Μόλις 21 χρόνια μετά την έναρξη του 21ου αιώνα, όλοι μας διαισθανόμαστε το ίδιο πράγμα: νιώθουμε μισοί αίμα και μισοί ψηφία. Το ψηφιακό μας κομμάτι μάς συνδέει με την εικονικότητα, την παγκοσμιοποίηση, τις προσχεδιασμένες ειδήσεις, την ταχύτητα των ερεθισμάτων, ασήμαντες εικόνες, αποσπασματικές συζητήσεις, σε όλες τις χώρες. Αλλά το κομμάτι μας που εξακολουθεί να αποτελείται από αίμα, φοβισμένο ίσως, ενοχλημένο και σαστισμένο από την άγρια πρόοδο του ψηφιακού, επιθυμεί να ξαναβρεί την ταυτότητά του, με οποιονδήποτε τρόπο. Για την ώρα, το αιμάτινο κομμάτι του ο μισός πληθυσμός το κατευνάζει με διαζεπάμη. Η επιθυμία κάποιων λαών να επιστρέψουν στην ιδέα της ταυτότητας, όποια μορφή και να έχει, δεν είναι μόνο ελληνική ιδιαιτερότητα στο πλαίσιο μιας επετείου, αλλά μια επιθυμία που αναμοχλεύεται σε κάθε χώρα που κάποτε έζησε, όπως είχε πει κι ο Andy Warhol, «15 λεπτά δημοσιότητας».

Ήδη στα 38 μου μπορώ να καταλάβω ότι ορισμένες τάσεις πάντοτε επανέρχονται, από τα παντελόνια καμπάνα μέχρι τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, συνθέτοντας έτσι ένα είδος αιώνιου και ταραχώδους ρετροφουτουρισμού, που ούτε η κόλαση του cookie ούτε το εξυπνότερο meme δεν θα μπορεί να σταματήσει, επειδή, όπως είπε τις προάλλες ο φίλος μου ο Χουάν, σήμερα υπάρχει περισσότερο μίσος από χαρά. Παρατηρώ ότι μπροστά στο οικονομικό τρεμούλιασμα, την πολιτική διπολικότητα και τη φτωχή πνευματικότητα που βιώνουμε, πάρα πολλοί Ευρωπαίοι στρατιώτες, από τη χώρα του ο καθένας, αναδιπλώνονται, επιχειρώντας να κατασκευάσουν μια ταυτότητα, «τσιμπώντας» από εδώ και από εκεί, βασιζόμενοι σε παραδόσεις και κουλτούρες που με εικασίες ανασύρουν τα μέσα ενημέρωσης και οι πλατφόρμες ψυχαγωγίας. Σκέφτονται: δεν έχει σημασία να ξέρουμε ποιοι ήμασταν, σημασία έχει να φανταστούμε ποιοι θέλουμε να έχουμε υπάρξει.

Η σημερινή κατάσταση μού προκαλεί διάφορα ερωτήματα: αποφάσισα όταν γεννήθηκα τι χρώμα θα είχε το δέρμα μου; Αποφάσισα όταν γεννήθηκα σε ποιον αιώνα θα ζούσα; Αποφάσισα όταν γεννήθηκα τη χρονιά στην οποία θα γεννιόμουν; Αποφάσισα όταν γεννήθηκα τη γλώσσα που θα με δίδασκαν; Αποφάσισα όταν γεννήθηκα αν θα ήμουν άντρας ή γυναίκα ή αν θα ανήκα στο τρίτο φύλο; Αποφάσισα όταν γεννήθηκα πόσα χρήματα θα είχαν οι γονείς μου; Αποφάσισα όταν γεννήθηκα τα τετραγωνικά μέτρα του σπιτιού μου; Αποφάσισα όταν γεννήθηκα αν θα είχα αδέρφια ή όχι; Αποφάσισα όταν γεννήθηκα πόσο δυνατό θα ήταν το σώμα μου; Αποφάσισα όταν γεννήθηκα ποιο φύλο θα με καθόριζε; Αποφάσισα όταν γεννήθηκα σε ποια πόλη θα γεννηθώ; Αποφάσισα όταν γεννήθηκα σε ποια χώρα θα πολιτογραφηθώ; Αποφάσισα όταν γεννήθηκα τι νόμισμα θα είχα στις τσέπες; Αποφάσισα όταν γεννήθηκα το πρωτεύον θρήσκευμα της χώρας μου;

Όλες αυτές οι τυχαίες συνθήκες, λοιπόν, τις οποίες κανείς δεν επέλεξε ποτέ, καθορίζουν την ταυτότητα ενός ατόμου μέχρι τον θάνατό του, ακόμα και μετά απ’ αυτόν.

Όλες αυτές οι τυχαίες συνθήκες, λοιπόν, τις οποίες κανείς δεν επέλεξε ποτέ, καθορίζουν την ταυτότητα ενός ατόμου μέχρι τον θάνατό του, ακόμα και μετά απ’ αυτόν. Και παράλληλα με την ταυτότητα του ατόμου, καθορίζουν και την ταυτότητα μιας χώρας και μιας εποχής της χώρας αυτής. Βασισμένο σε απόλυτα τυχαίες και συμπτωματικές έννοιες, τις οποίες κανείς ποτέ δεν επέλεξε και οι οποίες με τη γέννηση επιβάλλονται αυτομάτως, το άτομο θα οργανώσει τον χρόνο και την ενέργεια ολόκληρης της ζωής του, αγνοώντας κατά παράδοξο τρόπο ότι όλες οι κρίσιμες αποφάσεις του μπορεί να αποβούν πιο καθοριστικές, ακόμα και όσες ληφθούν τυχαία. Και όλο αυτό το πάρτι της παράλογης ταυτότητας έχει μέχρι σήμερα υπάρξει κινητήρια δύναμη του κόσμου, αφορμή συντροφικότητας αλλά και απαρχή πολλών σφαγών. Πρόκειται για μια απέραντη ανευθυνότητα; Τελικά, σκέφτομαι, θα έπρεπε να κατηγορείται κανείς που υπερασπίζεται τη θρησκεία, τη γλώσσα του, τη χώρα του, αν αυτά είναι όλα κι όλα όσα διαθέτει; Ή μήπως έχει οδηγηθεί από άλλους στο συμπέρασμα ότι αυτά είναι όλα όσα διαθέτει; Δεν πήρε άραγε ποτέ καμία απόφαση ή μήπως τον έκαναν να πιστεύει ότι δεν μπορεί να πάρει καμιά απόφαση;

Μόλις έγραψα κάτι που μοιάζει με ποίημα, δεν ξέρω αν έχει σχέση, αλλά πάει κάπως έτσι:

Οι άνθρωποι κατασκευάζονται

πάνω στα συναισθηματικά συντρίμμια άλλων ανθρώπων.

Οι πλατείες κατασκευάζονται

πάνω στα ερείπια άλλων πλατειών.

Οι πόλεις κατασκευάζονται

πάνω στα ερείπια άλλων πόλεων.

Τα σύνορα δημιουργούνται

από τα περισσεύματα άλλων συνόρων.

Τα σύνορα απαλείφονται

με το αίμα ενός κι ακόμα ενός λαού.

Σε καθένα απ’ αυτά τα σύνορα υπάρχει μια πινακίδα που λέει:

«Μέχρι εδώ επετράπη η σφαγή».

Στη Βοσνία, στο Μεξικό ή στην Παλαιστίνη.

Και παρότι γίνεται προσπάθεια να διακοσμηθούν οι πόλεις

με πάρκα, λεωφόρους, θέατρα και μπαρ,

παρότι γίνεται προσπάθεια κάτω από πλάκες να κρυφτούνε όλα,

αυτό που κρύβεται κάτω απ’ όλους αυτούς τους δρόμους

είναι το αίμα κι η εποχή εκείνων που ζούσαν πριν,

και ας μη μας σκέφτηκαν ποτέ,

κι ας εξαρτιόμαστε τώρα υπερβολικά από εκείνους.

Εξακολουθώ να επιμένω να ανακαλύψω ποιοι αποφασίσαμε ότι είναι οι φάροι της ζωής, τι είδους αφήγημα μάς κάνει να νομίζουμε ότι κάποιοι είμαστε, και από πού γεννιέται το πελώριο τείχος που υπάρχει ανάμεσα στους ανθρώπους, κάνοντας τον κόσμο ένα ταμπλό πολύμορφων, αόρατων απαρτχάιντ. Σκέφτομαι ότι υπάρχουν πραγματικότητες κοινά αποδεκτές, φτιαγμένες από τα μικρά, θεμελιώδη ένστικτα του ανθρώπου, ότι αυτά τα μικρά, θεμελιώδη ένστικτα απέκτησαν νέο νόημα προκειμένου να χορογραφήσουν την πραγματικότητα. Για παράδειγμα:

  • Από την αγάπη για τους γονείς ‒αρχικά ενστικτώδης και σχετιζόμενη με την επιβίωση‒ νομιμοποιήθηκε το αφήγημα της αγάπης για την πατρίδα.
  • Από τον αγωνιώδη και μελαγχολικό ίλιγγο που παθαίνει ένας άνθρωπος όταν αισθάνεται το πέρασμα του χρόνου, κατασκευάστηκε σε εθνική κλίμακα η ανάγκη για νοσταλγία του ιστορικού παρελθόντος ενός έθνους.
  • Όπως ακριβώς από φόβο μη μαθευτεί τι θα απογίνει η συνείδησή μας μετά θάνατον αναδύονται οι θρησκείες, συνθέτοντας παγκόσμιους φόβους και  βιομηχανοποιώντας τον φόβο, δημιουργούν και οικονομική εξουσία και οφέλη.
  • Όπως ακριβώς υπάρχει η βασική ανάγκη της επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, δημιουργούνται και μηχανισμοί ‒όπως το Whatsapp‒ που αρθρώνουν αυτή την ανάγκη. (Βγάζοντας πολλά χρήματα).
  • Ή, τέλος, από την εγγενή σεξουαλική προδιάθεση ενός ζωντανού σώματος, η εταιρεία Tinder ικανοποιεί με σχετική αμεσότητα αυτήν την ανθρώπινη παρόρμηση. (Επίσης βγάζοντας πολλά χρήματα).

Τόσο η πατρίδα, όσο κι ο Χριστιανισμός και το Tinder, βιομηχανοποιούν και μετασχηματίζουν οικονομικά τα πρωτόγονα και εγγενή συναισθήματα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Γράφοντας τώρα αυτά, μου έρχονται στο μυαλό και άλλες ερωτήσεις: ποιες λέξεις θυμάμαι να είπα την τελευταία φορά που έκανα έρωτα; Ποιες λέξεις θυμάμαι να είπα όταν έμαθα ότι πέθανε ένας καλός μου φίλος πρόσφατα; Ποιες λέξεις θυμάμαι να είπα όταν βγήκα πρώτη φορά από τη χώρα μου; Ποιες λέξεις θυμάμαι να είπα όταν είδα να πέφτουν οι Δίδυμοι Πύργοι; Ποιες λέξεις θυμάμαι να είπα την πρώτη μέρα στο σχολείο; Ποιες λέξεις θυμάμαι να είπα όταν στάθηκα μπροστά στην Γκερνίκα του Picasso; Ποιες λέξεις θυμάμαι να είπα την τελευταία φορά που ένιωσα αναταράξεις στο αεροπλάνο; Ποιες λέξεις θυμάμαι να είπα, χτες κιόλας, πέρα από «γεια», «ευχαριστώ» και «καλημέρα»; Δεν θυμάμαι καμία λέξη, παρότι θεωρώ ότι είμαι έλλογο ον και περνώ τη ζωή μου μιλώντας. Και, φυσικά, δεν θυμάμαι ολόκληρους και συγκεκριμένους λόγους. Μα, στ’ αλήθεια, δεν θυμάμαι τίποτα; Χωρίς να σε γνωρίζω καθόλου ‒εσένα, που διαβάζεις αυτό το κείμενο‒, είμαι σίγουρος ότι όπως εγώ, έχεις ζήσει όλες ή σχεδόν όλες αυτές τις στιγμές. Και είμαι σίγουρος ότι δεν θυμάσαι ούτε μία λέξη, ούτε μία συγκεκριμένη φράση. Εγώ μόνο αναλαμπές έχω, πολλά συναισθήματα, ήχους, κάποιο χρώμα ίσως. Μόνο εικόνες ασύνδετες που κάνουν τη δουλειά τους, λες κι η ζωή είναι σκρολάρισμα στο Instagram – λίγο κείμενο και πολλή φωτογραφία. Γι’ αυτό έχει θριαμβεύσει αυτή η εφαρμογή, καθρέφτης της διάσπασης και του οπτικού συνόλου του εαυτού μας. Όλη η μνήμη είναι αγκυροβολημένη και παγιωμένη σε αφηρημένες συνθέσεις και αυτά τα αφηγήματα ορίζουν τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων.

Νιώθω ότι δεν είναι εφικτή η πρόσβαση στο κέντρο του εγκεφάλου μέσω της λογικής, παρά μόνο μέσω σπηλαίων αποπλάνησης, θελκτικών και ερωτικών σηράγγων, διακοσμημένων με πλαστικές συνθέσεις, με καλαίσθητες φόρμες, με πολλή μουσική… σαν την απαραίτητη ακατάπαυστη κουβέντα σε ένα μωρό. Σκέφτομαι πως οι άνθρωποι είμαστε βαθείς ωκεανοί συναισθημάτων και ότι με τη βάρκα της λογικής είναι εφικτή η πλοήγηση στην επιφάνεια του εγκεφάλου μας. Αλλά, αντίθετα, η κατάδυση στα βάθη του ωκεανού του εγκεφάλου μπορεί να επιτευχθεί με καλλιτεχνικά εργαλεία και να παρατηρηθούν εκεί άλλες αποφάσεις, παγκόσμιες ίσως, κοινές για όλη την ανθρωπότητα. Η μεταφορά του ωκεανού είναι λίγο απλοϊκή, αλλά μου κάνει. Γι’ αυτό η τέχνη είναι τόσο σημαντική κι επικίνδυνη ταυτόχρονα, γιατί, όταν την κατέχει κανείς, η αντίληψη αλλάζει. Κατασκευάζει τον κόσμο και την έννοια της πραγματικότητας. Τώρα λοιπόν, εν έτει 2021, που είμαστε πιο χαμένοι κι από βίγκαν σε αργεντίνικο τραπέζι, γραπωνόμαστε από τυχαίες ιδέες για να αποκτήσουμε μια ταυτότητα που θα μας κάνει να αισθανθούμε τη χαρά που δεν έχουμε.

Γι’ αυτό η τέχνη είναι τόσο σημαντική κι επικίνδυνη ταυτόχρονα, γιατί, όταν την κατέχει κανείς, η αντίληψη αλλάζει. Κατασκευάζει τον κόσμο και την έννοια της πραγματικότητας.

Ακόμα και στη Βίβλο, ένα από τα πιο επιδραστικά βιβλία του πλανήτη εδώ και 3500 χρόνια, λέει: «Εν αρχή ην ο λόγος». Εμένα, που με βάφτισαν και έζησα τον Χριστιανισμό εκ των έσω, πάντοτε μου έκανε εντύπωση αυτή η φράση. Επειδή, σύμφωνα με τη Βίβλο, πριν τη δημιουργία των υδάτων, της στεριάς και του αέρα, πριν την εμφάνιση των ζώων, των φυτών, των ανθρώπων, οποιουδήποτε αναπαραγωγικού οργάνου, πριν απ’ όλα εμφανίστηκε ο λόγος. Και το γεγονός ότι η Βίβλος λέει ότι το πρώτο πράγμα ήταν ο λόγος μού φαίνεται αστείο, γιατί υποδηλώνει ότι από την αρχή υπήρχε η ικανότητα της μυθοπλασίας, η ικανότητα της επινόησης και μαζί μ’ αυτήν, η ικανότητα του χειρισμού και της εξουσίας. Γιατί ανάλογα με τη λέξη που επιλέγεται, ακολουθείται ο ένας ή ο άλλος δρόμος, αυτό το ξέρει όλος ο κόσμος. Και μια κακή επιλογή λέξης μπορεί να πυροδοτήσει ένα διαζύγιο ή έναν πόλεμο. Όλοι επίσης ξέρουμε ότι ο λόγος κατασκευάζει τον κόσμο, ή μάλλον, επινοεί την πραγματικότητα. Γι’ αυτό, αν κάποιος δεν έχει το τείχος προστασίας της προσοχής του ενεργοποιημένο, είναι εύκολο να σπείρεις οποιαδήποτε πραγματικότητα μέσα του.

Παρατηρώ ότι όλη η Ευρώπη συλλογίζεται τα φαντάσματα του παρελθόντος της και σ’ αυτό το μεγάλο «τραπεζάκι» αποφάσισε να ορίσει συγκεκριμένες χρονολογίες στην ευρωπαϊκή ιστοριογραφία, χρονολογίες που θυμίζουν στιγμές ισχύος ή νίκης. Kι έτσι να απαλλαγεί από άλλες χρονολογίες που δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον και να απαλείψει ολόκληρους αιώνες του παρελθόντος. Σε μια ποιητική εξήγηση, αν όλος ο πλανήτης αποφάσιζε να καλέσει τα χαμένα στον χρόνο φαντάσματα, αν, λέω, πράγματι πηγαίναμε προς τα πίσω και αποφασίζαμε να αγκυροβολήσουμε σε μια κοινή προγενέστερη εποχή, όλοι θα σταματούσαμε στον ωκεανό. Και παρότι γνωρίζαμε ότι τα 3/4 του κόσμου είναι νερό και τα 3/4 του σώματός μας είναι επίσης νερό, αποφασίσαμε να δώσουμε όλη την προσοχή μας στο μικρό κομμάτι που μας αναλογεί: τη γη και το σώμα, ό,τι σφραγίζει τις διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους. Είναι πολύ δύσκολο να πιάσεις με τα χέρια ένα υγρό· σκορπίζεται παντού. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με την ιδέα που έχουμε για τον εαυτό μας. Ποιοι είμαστε; Ποιοι νομίζουμε πως είμαστε; Νομίζω ότι είναι φυσιολογικό να έχουμε όλες αυτές τις αντιθέσεις που έχουμε, θέλοντας διαρκώς να ταυτιζόμαστε με τους άλλους. Όταν το ανθρώπινο βλέμμα θα έπρεπε να είναι παγκόσμιο και ευρύ.

Όπως η τρανσεξουαλικότητα βοήθησε να επεκταθεί η έννοια του άντρα και της γυναίκας πέρα από αυτό που ορίζουν δύο απλά αναπαραγωγικά όργανα, όπως ο Barack Obama βοήθησε να επεκταθεί η ιδέα περί του πώς πρέπει να είναι ο πρόεδρος της Βορείου Αμερικής τον 21ο αιώνα, όπως γυναίκες σαν τη Simone Veil ή τη Malala Yousafzai βοήθησαν να επεκταθούν ιδέες στις ίδιες τους τις θρησκείες, όπως η ανακάλυψη χιλιάδων πλανητών με ζωή στον γαλαξία επέκτειναν την αντίληψη περί ζωής, με τον ίδιο τρόπο, λέω, θα έπρεπε να επεκταθεί και η ταυτότητα. Να μην εστιάζει σε κάποιες παλιές, τετριμμένες, επαναλαμβανόμενες και ξεπερασμένες έννοιες, όπως η γλώσσα, το χρώμα και το έθνος. Η ταυτότητα θα έπρεπε να νοείται ως αλληλεγγύη. Και η αλληλεγγύη μεταξύ των κατοίκων του πλανήτη, πέρα από τυχαία δόγματα, όπως εξήγησα και προηγουμένως, θα έπρεπε να εστιάζει σε παγκόσμιες πτυχές, όπως η αλλοτινή θέληση για τη δημιουργία της ‒συχνά προσβεβλημένης‒ Παγκόσμιας Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Μου βάζεις ένα ποτήρι νερό, σε παρακαλώ;

 

Pablo Gisbert 

Μάρτιος 2021

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email