Light Mode

Dark Mode

Δοκιμάζοντας μια ριζική αλλαγή προοπτικής

Light Mode

Dark Mode

Τα τελευταία είκοσι χρόνια, δραστηριοποιούμαι ως δημιουργός, ερμηνευτής, καλλιτεχνικός σύμβουλος και multi-tasker όλων των ειδών στον τομέα των πειραματικών παραστατικών τεχνών. Προέρχομαι από τον τομέα του σύγχρονου χορού και τη χορογραφία, αλλά από τότε που τελείωσα τη σχολή, συνεχώς επανεξετάζω και επανεφευρίσκω την καλλιτεχνική μου γλώσσα – αυτή που είναι και αυτή που θα μπορούσε να είναι. Τον τελευταίο καιρό, άρχισα να ονομάζω την πρακτική μου crash-disciplinary, έναν όρο που εφηύρα για να διευκολύνω την εσκεμμένη μου αδιαφορία για τα όρια των τεχνών και τις καλλιτεχνικές συμβάσεις. Αυτή η προσέγγιση τροφοδοτεί με πολλή δύναμη το υλικό πάνω στο οποίο δουλεύω και δημιουργώ, ούτως ώστε να αποφασίσει πώς θα υπάρξει στον κόσμο. Ταυτόχρονα τονίζει το στοιχείο μάθησης στην καλλιτεχνική μου πρακτική, μια διαδικασία που συνεχώς διαμορφώνει και συγκρούεται με νέες περιοχές. Προσδιορίζομαι σε μεγάλο βαθμό ως άτομο που προσπαθεί να μάθει μέσω της δουλειάς του. Να μάθει τρόπους να υπάρξει μαζί και μέσα στον κόσμο, τρόπους να βλέπει και να κατανοεί τα πράγματα, τρόπους να αισθάνεται και να μοιράζεται. Οι καλλιτεχνικές μου πρακτικές είναι πάντα διαδικασίες μάθησης. Οι επιλογές που έκανα μέσα στα χρόνια δεν ήταν χωρίς συνέπειες. Σήμερα, στα σαράντα ένα μου χρόνια, διαθέτω ελάχιστες σταθερές και δομές. Πρέπει να υπερασπίζομαι τη θέση μου, τη θέση μου στο χώρο, ξανά και ξανά. Κατά μία έννοια, κάθε μέρα είναι όπως η πρώτη μέρα στο γραφείο, χωρίς όμως να είναι η πρώτη μέρα στο χώρο. Είμαι περήφανη που έχω ακόμα την ενέργεια και την περιέργεια να χαθώ και να αποτύχω, να προσπαθήσω ξανά και να πειραματιστώ. Είμαι ευγνώμων για όλες τις συναντήσεις που είχα στην πάροδο των χρόνων, με ανθρώπους και με ιδέες, καθώς και για τον διαρκή αντίκυπο που είχαν αυτές στο ποια είμαι ως καλλιτέχνης σήμερα. Βρίσκομαι σε πολύ επισφαλή θέση και ταυτόχρονα σε πολύ προνομιακή. Και από αυτή τη θέση γράφω σήμερα.

 Με την πανδημία να έχει χτυπήσει πολλούς καλλιτέχνες που εργάζονται διεθνώς, η αξία του τοπικού έχει βρεθεί στο προσκήνιο. Αλλά τι ακριβώς είναι το τοπικό; Είναι το τοπικό της πόλης ή της περιοχής μου, της γειτονιάς μου, του σπιτιού μου ή αυτή του κορμιού και του εσωτερικού μου κόσμου; Υποθέτουμε ότι η έννοια του τοπικού λίγο ή πολύ κατανοείται με παρόμοιο τρόπο από όλους, αλλά σίγουρα δεν βιώνεται από όλους με τον ίδιο τρόπο. Όταν κοιτάζω γύρω μου, βλέπω ότι κάθε τι τοπικό είναι ταυτόχρονα πάρα πολύ διεθνές, ότι το τοπικό είναι πολύ οικείο και ανοίκειο ταυτόχρονα, ότι είναι εύθραυστο και σε διαρκή κίνηση – με κανέναν τρόπο δεν μου προσφέρει αίσθηση ασφάλειας, σταθερότητας και άνεσης. Το τοπικό δεν έχει να κάνει με το σπίτι μου, δεν είναι η νέα συναρπαστική εναλλακτική, όπως ίσως κάποιοι να σκέφτονται. Κάθε τι τοπικό είναι ασταθές αλλά και ερμητικό. 

Θεωρώ τον εαυτό μου υπερτοπική εργαζόμενη, γιατί συνεργάζομαι με ανθρώπους από όλο τον κόσμο, έχω ρίζες και επαφές σε όλο τον κόσμο, έχω δυναμική σχέση με το τι θεωρώ σπίτι μου και μια αμήχανη αίσθηση της σταθερότητας. Κάθε νέο καλλιτεχνικό έργο απαιτεί να δημιουργώ νέους δεσμούς, νέο δίκτυο, να αναζητώ νέες σχέσεις με ανθρώπους, τόσο μακριά όσο και κοντά, τόσο εδώ και όσο και αλλού. Για μένα το τοπικό και το απομακρυσμένο είναι εξίσου εύθραυστα και εξίσου ξένα. Δεν είναι περιοχές στις οποίες νιώθω ιδιαίτερα σαν στο σπίτι μου αλλά ούτε και σαν ξένη. Απλά είμαι. Και είμαι σε διαφορετικά μέρη, σε μια διαρκή ροή οικογενειών που δημιουργούνται και μεγαλώνουν, οικογενειών που μεταμορφώνονται μέσα στον χρόνο, μαζί με τη δική μου κίνηση. Το τοπικό για μένα δεν είναι η εύκολη λύση για να αντιμετωπίσω τις δυσκολίες της πανδημίας. Δεν είναι επίσης η ασφυκτική συρρίκνωση αυτού που γνωρίζω. Απλώς είναι. Ένα μέρος του τοπίου μέσα στο οποίο δημιουργώ προσωρινά σπίτια.

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, μία από τις αποστολές που έφερα σε πέρας ήταν η ανακάλυψη του ξένου στοιχείου σε αυτόν τον τόπο που, στα χαρτιά, θεωρείται σπίτι μου (αναφέρομαι εδώ στη γειτονιά μου). Όχι για να εξοικειωθώ με αυτό, αλλά για να συνεχίσω να τροφοδοτώ την ανάγκη μου για περιπέτεια και ανακάλυψη. Έχω καταλήξει σε ένα συμπέρασμα. Kανένα μέρος δεν είναι ιδιαίτερα συναρπαστικό όταν απογυμνωθεί από την ψυχή του. Η λαβωμένη καρδιά του τοπικού σίγησε μαζί με την αδυναμία να ταξιδέψουμε πέρα από τα σύνορα. Η πανδημία κατέστησε πολλά πράγματα άψυχα, εν μέρει νεκρά, ή τουλάχιστον σε πολύ μακρά παύση.

Σε αυτήν την ατμόσφαιρα, ως καλλιτέχνης προσπαθώ να κάνω το καλύτερό μου για να συνεχίσω την καινοτομία, τη δημιουργία, τον πειραματισμό, τον προβληματισμό. Αισθάνεται κανείς λίγο σαν να μελετάει λογοτεχνία σε μια βιβλιοθήκη χωρίς βιβλία, ή να φτιάχνει σούπα μόνο με αποξηραμένα υλικά ή…

Μέσα σε αυτήν την ατμόσφαιρα πραγματοποιούνται σημαντικές αλλαγές στις κρατικές επιχορηγήσεις και στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης των καλλιτεχνών στο Βέλγιο. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτιστικής πολιτικής έχουν αποφασίσει ότι σήμερα είναι μια καλή μέρα, για να συντελεστούν σημαντικές αλλαγές στο αυριανό καλλιτεχνικό στερέωμα της χώρας. Κάτι που μπορεί να αποβεί λάθος. Ας το παραδεχτούμε, ποιος ξέρει πώς θα είναι το αύριο και τι ανάγκες και επιθυμίες θα εμφανιστούν στο τραπέζι.

 Η έλλειψη αναγνώρισης της νέας πραγματικότητας στις τέχνες συμβαδίζει με τις παραπάνω αλλαγές. Οι νέες κατευθύνσεις στη χρηματοδότηση των καλλιτεχνών φαίνεται να μας πηγαίνουν πίσω στο χρόνο, προσπαθώντας – και πάλι – να χωρέσουν εμάς και τη δουλειά μας μέσα σε όλο και στενότερα πλαίσια. Τι απέγινε η προώθηση της κατάργησης των ορίων ανάμεσα στις τέχνες, των νέων μοντέλων συνεργασίας, ή στο κάτω κάτω του πράττειν και σκέφτεσθαι διαφορετικά, μαζί και χωριστά;

Χρειάζεται σίγουρα μια αλλαγή. Μήπως όμως χάνουμε το νόημα, υιοθετώντας παλαιότερα μοντέλα ανάπτυξης, επιστρέφοντας στο παρελθόν και επαναπροσδιορίζοντας αρχές και αξίες που έχουν λήξει προ πολλού και δεν αντικατοπτρίζουν πλέον την πραγματικότητα του καλλιτεχνικού χώρου;

Στην εποχή αυτή, γιατί να μη δοκιμαστούμε σε μια ριζική αλλαγή προοπτικής; οι έκτακτες περιστάσεις απαιτούν έκτακτα μέτρα, αυτό δεν λένε; Γιατί να μην εφαρμοστούν πραγματικά έκτακτα μέτρα, έστω για μια φορά, στην κατεύθυνση του νέου και του διαφορετικού; Μια αλλαγή στον τρόπο θεώρησης των τεχνών, που θα επιτρέψει σε διασταυρώσεις, ανταλλαγές και νέους καλλιτεχνικούς δεσμούς να ανθίσουν. Χρειαζόμαστε συναρπαστικές προοπτικές για το μέλλον – όχι τις σκονισμένες και κουρασμένες του παρελθόντος.* 

Αυτή η ριζική μετατόπιση δεν μπορεί, αφενός, να συμβεί από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά, από την άλλη, συμβαίνει ήδη. Οι καλλιτέχνες ήδη εφευρίσκουν νέους τρόπους εργασίας, δίνουν ήδη προτεραιότητα σε δίκαιες και βιώσιμες εργασιακές σχέσεις, στην οικοδόμηση αλληλεγγύης και στην κατάδυση προς το άγνωστο. Το πρόβλημα είναι ότι οι θεσμοί  και οι φορείς χρηματοδότησης δεν το κάνουν, ενώ ταυτόχρονα καταλαμβάνουν όλο και περισσότερο χώρο ως υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων σχετικά με την τέχνη του αύριο. Ένα πρόγραμμα που να μην υπαγορεύει τι πρέπει να κάνουν οι καλλιτέχνες, μια πηγή χρηματοδότησης που να μην αξιολογεί τον έναν τρόπο δουλειάς  ανώτερο από τον άλλον, είναι πράγματα που πρέπει κανείς να ψάξει πολύ για να βρει στο τρέχον τοπίο. Ποιος αποφασίζει σήμερα τι είδους τέχνη παράγεται; Οι καλλιτέχνες που κάνουν το έργο; Οι χρηματοδότες; Οι θεσμοί και οι θεατρικές σκηνές που υποστηρίζουν τη δημιουργία του έργου και τη δημόσια παρουσίασή του; Ας αναρωτηθούμε: πόση τέχνη δημιουργείται στο περιθώριο, στις σκιές; Πόσο από αυτό το έργο στην περιφέρεια της μεγάλης μηχανής μπορεί να εμπνεύσει και να επηρεάσει αυτήν τη ριζική αλλαγή;

Ξέρω, το underground πρέπει να παραμείνει στο υπόγειο, αλλιώς χάνει την ταυτότητά του, τον λόγο ύπαρξής του, το raison d’être του, αλλά δεν είναι καιρός να αλλάξουμε αυτό που βρίσκεται στο προσκήνιο; Δεν είναι ακριβώς αυτό που χρειαζόμαστε τώρα; Μια πραγματική αλλαγή προοπτικής, όχι απλώς μια «ήπια» αλλαγή των ήδη καθιερωμένων καλουπιών. Το καλλιτεχνικό τοπίο είναι ένα οικοσύστημα επιθυμιών, γνώσεων, ιστοριών, εφευρέσεων, πειραμάτων και χρωμάτων. Ένα οικοσύστημα που είναι από τη φύση του πλούσιο στην ποικιλομορφία του **. Λοιπόν, γιατί οι θεσμοί κάθε είδους προσπαθούν συνεχώς να περιορίσουν αυτήν την ποικιλομορφία; Δεν είναι καιρός για τους χρηματοδότες και τις σκηνές να ακολουθήσουν αυτό που γίνεται παρά το αντίστροφο, να πρέπει εμείς ως καλλιτέχνες να ακολουθήσουμε αυτό που μας επιτρέπουν να δημιουργήσουμε; Η στιγμή είναι ώριμη για άσκηση πραγματικής αλλαγής και ριζική αλλαγή προοπτικής. Ονειρεύομαι μια εποχή που οι καλλιτέχνες δεν θα πρέπει να ακολουθούν ένα καλούπι που υπαγορεύουν οι χρηματοδότες και οι θεσμοί, μια εποχή που το καλούπι είναι ευέλικτο και δυναμικό και υπό συνεχή διαμόρφωση, μια εποχή που το καλούπι βασίζεται σε αυτό που πραγματικά συμβαίνει στον χώρο των τεχνών.

 

* Το νέο νομοσχέδιο για τις τέχνες στο Βέλγιο περιορίζει, μεταξύ άλλων, τις δυνατότητες καλλιτεχνικής έρευνας και μειώνει τον χώρο για εναλλακτικούς τρόπους δημιουργίας και παραγωγής, για νέους τρόπους εργασίας. Δίνει επίσης περισσότερη δύναμη στους θεσμούς επενδύοντας σε ολοένα μεγαλύτερα θέατρα, με συνέπεια να μειώνεται περαιτέρω ο προϋπολογισμός για μικρότερες και πιο εύθραυστες εναλλακτικές λύσεις (όπως μεμονωμένοι καλλιτέχνες και οργανισμοί που διοικούνται από καλλιτέχνες). Το ενδιαφέρον του εστιάζεται στην έννοια της πολιτιστικής κληρονομιάς και των μεγάλων θεσμών.

** Δεν αναφέρομαι εδώ σε μια πολιτικά ορθή ποικιλομορφία, αλλά σε μια ποικιλία που είναι ακατάστατη, πολλαπλή, εκτεταμένη και που αγγίζει τόσο τη φυλή, το φύλο, τις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, όσο και την ποικιλομορφία της καλλιτεχνικής έκφρασης.

 

Nada Gambier, Μάρτιος 2021

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email