Light Mode

Dark Mode

Έρευνα: Το ρεπερτόριο στην Αθήνα του 2022

Light Mode

Dark Mode

Ποια έργα ανεβαίνουν φέτος στην Αθήνα; Πώς επηρέασε η πανδημία και η κοινωνικοπολιτική κατάσταση την επιλογή τους; Για πρώτη φορά, το ACT II επιχειρεί μια στατιστική απεικόνιση του θεατρικού ρεπερτορίου της Αθήνας και μια ταξινόμηση του χαώδους θεατρικού τοπίου της.

Καταγράψαμε 288 παραστάσεις, πρεμιέρες και επαναλήψεις, που είτε έχουν ήδη ανέβει από τον Οκτώβριο και μετά, είτε έχει ανακοινωθεί πως θα ανέβουν μέχρι τον Μάιο του 2022, χωρίς να συνυπολογίζουμε ενδεχόμενες αναβολές και ακυρώσεις παραστάσεων λόγω της πανδημίας.

Σχετικά με τη μεθοδολογία μας: επικεντρωθήκαμε μόνο σε παραστάσεις στην Αθήνα, που απευθύνονται πρωταρχικά σε ενήλικο κοινό, και μόνο σε εγχώριες παραγωγές, αποκλείοντας δηλαδή ξένες παραστάσεις που παρουσιάζονται μόνο για λίγες μέρες. Επίσης δεν συμπεριλάβαμε στην έρευνα τις καλοκαιρινές παραγωγές και περιοδείες, καθώς αυτές αποτελούν ένα ξεχωριστό κεφάλαιο. Ασχοληθήκαμε με το λεγόμενο «θέατρο λόγου», αποκλείσαμε δηλαδή παραστάσεις που είναι κυρίως μουσικές, αλλά και παραστάσεις χορού και stand-up comedy, καθώς η έννοια του θεατρικού ρεπερτορίου δεν έχει σε αυτές εφαρμογή. Τέλος, εστιάσαμε μόνο στα στοιχεία που μπορούμε να αντλήσουμε από την επιλογή του έργου καθεαυτή, μαζί με πληροφορίες από τα Δελτία Τύπου, και στα συμπεράσματα που μπορούμε να εξάγουμε από αυτά τα στοιχεία, χωρίς βέβαια να είμαστε σε θέση να έχουμε παρακολουθήσει 288 παραστάσεις.

Προτού περάσουμε στα αποτελέσματα και στην ανάλυσή τους, να επισημάνουμε καταρχάς το εξής: μια έρευνα όπως αυτή είναι εκ φύσεως υποχρεωμένη να εμπεριέχει και να συμψηφίζει πράγματα που ενώ εκ πρώτης όψεως μοιάζουν όμοια, διαφέρουν ουσιαστικά. Δηλαδή: δεν είναι όλες οι παραστάσεις ίσες και ίδιες, και ας μετρούν ως ίσες για χάρη της έρευνάς μας. Διαφέρουν ριζικά όσον αφορά το μπάτζετ, τις συνθήκες παραγωγής, τις συνθήκες εργασίας, τη δυνατότητα προβολής, τη χωρητικότητα του θεάτρου στο οποίο παίζονται, τη στόχευσή τους, τον αντίκτυπό τους. Οι διαφορές αυτές συχνά αποτυπώνονται και στην επιλογή του ρεπερτορίου, γεγονός που θα μας απασχολήσει περισσότερο στην αξιολόγηση των ευρημάτων μας.

 

ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Πάμε λοιπόν να δούμε τι παραστάσεις ανεβαίνουν φέτος στην Αθήνα. Καταρχάς ας κοιτάξουμε ποιοι συγγραφείς μετρούν περισσότερες από μία παραστάσεις μέσα στη σεζόν. Πρώτος στη λίστα μας είναι ο Σαίξπηρ, με 8 (!) παραστάσεις. Ακολουθούν, με 4 παραστάσεις η Λένα Κιτσοπούλου και ο Ντάριο Φο. Από κοντά οι Τένεσσι Ουίλιαμς, Χάρολντ Πίντερ και Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα με 3. Επίσης υπάρχουν 15 συγγραφείς με 2 παραστάσεις στο φετινό ρεπερτόριο: Αισχύλος, Ευριπίδης, Άντον Τσέχοφ, Ιβάν Τουργκένιεφ, Νικολάι Γκόγκολ, Μολιέρος, Όσκαρ Ουάιλντ, Σάκης Σερέφας, Γιάννης Ρίτσος, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Ιάκωβος Καμπανέλλης, Ρομπέρτο Μπολάνιο, Λαρς Νορέν, Έντουαρντ Άλμπι, Φρανκ Κάπρα.

Υπάρχουν και 3 έργα, τα οποία παρουσιάζονται περισσότερες από μία φορές στην ίδια σεζόν, συμπεριλαμβάνοντας και ελεύθερα ανεβάσματα ή διασκευές των έργων αυτών. Πρόκειται για τον Προμηθέα του Αισχύλου (2 παραστάσεις), το Σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα του Λόρκα (2 παραστάσεις) και τον Μακμπέθ του Σαίξπηρ, που ανεβαίνει φέτος 4 (!) φορές.

Επόμενο θέμα μας, που προκύπτει αβίαστα και από την παραπάνω απαρίθμηση των ονομάτων: το φύλο του/της συγγραφέα1Διευκρίνιση: στις περιπτώσεις που το έργο αποδίδεται σε ομάδα ατόμων, αν τουλάχιστον το 50% αποτελείται από γυναίκες, το έχουμε κατατάξει ως γραμμένο από γυναίκα..

Από τα 288 έργα λοιπόν, τα 54 είναι γραμμένα από γυναίκες. Σε ποσοστό: 19%, λιγότερο από 1 στα 5. Εξ αυτών η πλειοψηφία, 33 στο σύνολο, αφορά σε έργα γραμμένα από Ελληνίδες μετά το 2000.

ëï³ÉàIJêÄ΄΄Ä GR 01

Ας περάσουμε στην πρώτη ύλη των έργων, κοιτάζοντας όσα δεν αποτελούν πρωτογενές υλικό, αλλά βασίζονται σε προηγούμενο έργο.

Έχουμε λοιπόν 27 έργα/παραστάσεις που αντλούν το υλικό τους από πεζογραφία (μυθιστόρημα / διήγημα κλπ) ή ποίηση και 8 έργα/παραστάσεις που βασίζονται σε μια ταινία ή σειρά. Υπάρχουν επίσης 15 ακόμη παραστάσεις, που δηλώνουν πως αποτελούν διασκευή προηγούμενων έργων ή σύνθεση διαφορετικών κειμένων, θεατρικών ή μη. Ένα σύνολο 50 δηλαδή έργων δεν αποτελεί ούτε ανέβασμα παλιότερου έργου, ούτε καινούργιο έργο, αλλά επεξεργασία άλλου υλικού, είτε θεατρικού, είτε λογοτεχνικού ή κινηματογραφικού.

Για τη συνέχεια, ας κοιτάξουμε την ηλικία των έργων που ανεβαίνουν. Θεωρώντας ως χρονολογία συγγραφής των έργων που αποτελούν διασκευές / συνθέσεις τη χρονολογία της διασκευής και όχι τη χρονολογία του πρωτότυπου έργου, παίρνουμε το εξής αποτέλεσμα:

227 από τα 288 έργα, ήτοι 79%, μπορούν να θεωρηθούν σύγχρονα, καθώς έχουν γραφτεί από το 1945 και μετά.

ëï³ÉàIJêÄ΄΄Ä GR 02

Και τώρα ας περάσουμε στην προέλευση των έργων, στη χώρα καταγωγής τους. Ας δούμε καταρχάς πόσα από τα έργα που ανεβαίνουν φέτος στην Αθήνα είναι ελληνικά.

ëï³ÉàIJêÄ΄΄Ä GR 03

Βλέπουμε πως σχεδόν τα μισά έργα, το 48% για την ακρίβεια, είναι ελληνικά2Για τους σκοπούς της έρευνας έχουμε θεωρήσει πως τα πρωτότυπα έργα που αποτελούν διασκευές παλιότερων έργων έχουν γραφτεί από τους εγχώριους συντελεστές τους.. 5 από αυτά είναι αρχαίες τραγωδίες. 

Όσον αφορά τα υπόλοιπα, προέρχονται από τις εξής χώρες, ανάλογα με την καταγωγή του/της συγγραφέα:

32 έργα προέρχονται από την Αγγλία, 32 από τις ΗΠΑ, 21 από τη Γαλλία, 14 από τη Ρωσία, 9 από την Ισπανία, 7 από την Ιταλία, 5 από την Ιρλανδία, 5 από τη Γερμανία, 4 από τη Χιλή, 3 από τη Σουηδία, 2 από τη Σκωτία, 2 από τη Νορβηγία, 2 από την Αλβανία, 2 από την Αργεντινή και 2 από την Αυστρία. Εκπροσωπούνται ακόμα η Δανία, η Λευκορωσία, η Σερβία, η Αυστραλία, η Ινδία, η Νότια Αφρική και ο Καναδάς με 1 έργο.

ëï³ÉàIJêÄ΄΄Ä GR 04

Από τα ξενόγλωσσα έργα παρατηρούμε πως το ένα τέταρτο, 39 συνολικά, μας έρχονται από τη Μεγάλη Βρετανία και την Ιρλανδία, ενώ μόνο 9, ένα 6% δηλαδή, προέρχονται από χώρες εκτός Ευρώπης και Βόρειας Αμερικής. Από αυτά, τα 6 κατάγονται από τη Νότια Αμερική, 1 από την Ασία, 1 από την Αφρική και 1 από την Ωκεανία.

ëï³ÉàIJêÄ΄΄Ä GR 05

 

Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ταξινόμηση των έργων σύμφωνα με τη γλώσσα στην οποία έχουν γραφτεί. Παρατηρούμε πως το 50% των ξενόγλωσσων έργων είναι γραμμένα στα Αγγλικά, ενώ ακολουθούν τα Γαλλικά, τα Ισπανικά και τα Ρωσικά.

ëï³ÉàIJêÄ΄΄Ä GR 06

 

ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

  1. Το θεατρικό κείμενο παραμένει δυστυχώς μια υπόθεση ανδροκρατούμενη, με λιγότερα από 20% των έργων να είναι γραμμένα από γυναίκες. Υπάρχει πιθανώς μια τάση αύξησης του ποσοστού αυτού, μιας και η αντιπροσώπευση των γυναικών στα σύγχρονα έργα, και ιδίως στα σύγχρονα ελληνικά έργα, είναι σαφώς υψηλότερη. Παρόλα αυτά πρόκειται για ένα ανησυχητικό στοιχείο, αν και σχετικά αναμενόμενο, μιας και είναι δεδομένο πως σε μια πατριαρχική κοινωνία η πλειοψηφία των έργων παράγεται από άντρες, είναι εξάλλου ελάχιστες οι γυναίκες συγγραφείς ενταγμένες στον κανόνα του κλασικού ρεπερτορίου.
  2. Το κλασικό ρεπερτόριο είναι ακόμη εδώ, προσφέροντας σε θιάσους κάθε είδους μια ευρέως αναγνωρίσιμη πρώτη ύλη και μια ασφαλή επιλογή. Σαίξπηρ, ισπανική αναγέννηση, γαλλικές κωμωδίες, αρχαιοελληνικές τραγωδίες, ρωσικός 19ος αιώνας αφθονούν και στο φετινό ρεπερτόριο. Οι δραματουργικές επιλογές συνολικά φαίνεται σε πρώτη ανάγνωση να μην έχουν επηρεαστεί ιδιαίτερα από την πανδημία και την κοινωνική κατάσταση της τελευταίας διετίας.
  3. Στα ξενόγλωσσα έργα κυριαρχούν γεωγραφικά η Ευρώπη κι η Βόρεια Αμερική και γλωσσικά τα αγγλόφωνα έργα. Το γεγονός αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον, καθώς φανερώνει τόσο τον βαθμό πρόσβασης των Ελλήνων καλλιτεχνών του θεάτρου στις διαφορετικές γλωσσικές περιοχές, όσο και καταδεικνύει εν μέρει το ύφος των έργων, τα οποία αναζητούν.  Γεωγραφικά βλέπουμε πως υπάρχουν ένα έργο από την Ασία, ένα από την Αφρική και ένα από την Ωκεανία, και τα τρία γραμμένα στα Αγγλικά και άρα αρκετά εύκολα προσβάσιμα. Επίσης είναι εμφανής η έλλειψη έργων από γειτονικές στην Ελλάδα χώρες, πέρα από την Αλβανία και τη Σερβία. Δεν καταγράψαμε κανένα έργο για παράδειγμα από την Τουρκία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Β. Μακεδονία, την Κροατία ή τη Σλοβενία, και επίσης κανένα έργο από τη Μέση Ανατολή.Όσον αφορά τα αγγλόφωνα έργα, εκεί κυριαρχούν πέρα από τα κλασικά (Σαίξπηρ, Πίντερ, Ουίλιαμς, Άλμπι κλπ) δύο κατηγορίες: κωμωδίες ή φάρσες και έργα δωματίου. Η επιλογή του ξενόγλωσσου ρεπερτορίου μοιάζει στην πλειοψηφία της μάλλον περιορισμένη, εγκλωβισμένη στα συνήθη πρότυπα, σε έργα και συγγραφείς που διαθέτουν μεγάλη αναγνωρισιμότητα και που βλέπουμε κάθε χρόνο, με λίγες μόνο επιλογές να μπορούν να προκαλέσουν μια έκπληξη.
  4. Αξιοσημείωτη τάση φαίνεται να είναι η στροφή προς το ελληνικό ρεπερτόριο, με πληθώρα σύγχρονων ή και καινούριων έργων. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να αναλυθεί με διαφορετικούς τρόπους.
    Μπορεί καταρχάς να ιδωθεί ως μια προσπάθεια να ανανεωθεί το ρεπερτόριο των θεάτρων και να απομακρυνθούμε από την παντοκρατορία των κλασικών έργων προ πολλού νεκρών συγγραφέων, ως μια προσπάθεια εκσυγχρονισμού των θεματικών και ανταπόκρισης του θεάτρου σε ζητήματα καίρια και επίκαιρα, μέσα από σύγχρονες δραματουργίες. Και όντως, παρατηρούμε πολλούς σκηνοθέτες να επιλέγουν σύγχρονα ελληνικά έργα, όπως και σκηνοθέτες ή ηθοποιούς ή ομάδες, που γράφουν καινούργια έργα, είτε πρωτότυπα είτε αντλώντας το υλικό τους από ορόσημα της ελληνικής και παγκόσμιας λογτεχνίας και φιλμογραφίας, θέλοντας να αρθρώσουν με αυτά έναν θεατρικό λόγο σύγχρονο, συχνά καταπιανώμενοι με άγνωστες πτυχές της πρόσφατης ιστορίας και με θέματα δύσκολα.
    Υπάρχουν μέσα σε αυτά και κάποια σύγχρονα ελληνικά έργα που έχουν ανέβει και στο παρελθόν (έργα των Κιτσοπούλου, Σερέφα, Τσίρου κ.α.) και τείνουν να θεωρηθούν μελλοντικά ως κλασικά, παραμένουν πάντως σχετικά λίγα, δείχνοντας τις δυσκολίες των σύγχρονών μας συγγραφέων να καθιερωθούν.Υπάρχει ταυτόχρονα και μια μερίδα νέων ελληνικών έργων «νοσταλγικών», που κοιτούν δηλαδή προς προηγούμενες στιγμές της νεοελληνικής ιστορίας με έναν ωραιοποιημένο, μη κριτικό, νοσταλγικό τρόπο, συνοδευόμενα ενίοτε από τραγούδια της εποχής και εμπνεόμενα συχνά από επετείους της ελληνικής ιστορίας.
    Επίσης παρατηρούμε πολλές παραστάσεις βασισμένες σε βιογραφίες διάσημων καλλιτεχνών ή πολιτικών, τόσο Ελλήνων όσο και ξένων. Το φαινόμενο αυτό είναι πολύ πιο έντονο σε παραγωγές μεγαλύτερου μπάτζετ και μεγαλύτερης χωρητικότητας, σε παραγωγές δηλαδή που αποσκοπούν και πιο επιτακτικά σε μεγαλύτερη προσέλευση κοινού, καθώς φαίνεται πως τέτοιες επιλογές έχουν ισχυρή απήχηση.Είναι σαφές πως πρόκειται για μια τάση που σε μεγάλο βαθμό δημιουργήθηκε την εποχή των μνημονίων, την εποχή που ήταν έντονο το πρόταγμα για στήριξη της εγχώριας οικονομίας, την εποχή που πολυεθνικές αλυσίδες σουπερμάρκετ σφράγιζαν κάθε προϊόν τους και κάθε τηλεοπτική τους διαφήμιση με ένα ελληνικό σημαιάκι, φοβούμενες μη μείνουν πίσω στον άτυπο διαγωνισμό ελληνικότητας. Ήταν φυσικά ταυτόχρονα η εποχή εισβολής ενός πατριωτικού και εθνικιστικού λόγου στον δημόσιο λόγο, η εποχή που η Χρυσή Αυγή μπήκε στη Βουλή. Μπορεί κάλλιστα τα σουπερμάρκετ και τα θέατρα να μην είχαν καθόλου εθνικιστικό πρόσημο στην πρόθεσή τους, ανίχνευσαν όμως τότε μια τάση ελληνικότητας στον δημόσιο λόγο και έσπευσαν να την αναπαράγουν, υπό τον φόβο πως αν δεν το κάνουν, αν δεν συμμορφωθούν προς τους κανόνες του παιχνιδιού, η αγορά θα τα αποβάλει.
    Στα θέατρα η τάση αυτή της ελληνικότητας εκφράστηκε με την ξαφνική στροφή σε θεατρικές διασκευές κωμικών ταινιών του «παλιού, καλού» ελληνικού κινηματογράφου και με το νοσταλγικό ξεσκόνισμα σχετικά ξεχασμένων ελληνικών θεατρικών έργων του 19ου αιώνα ή των αρχών του 20ου αιώνα και αφορούσε τόσο σε κρατικές όσο και σε ιδιωτικές σκηνές, τόσο σε μεγάλα όσο και σε μικρότερα θέατρα. Το φαινόμενο αυτό παραμένει ισχυρότατο ακόμη και σήμερα στο θεατρικό ρεπερτόριο, ενισχυόμενο μάλιστα από την πολιτισμική πολιτική της τωρινής κυβέρνησης, η οποία προσπαθεί να εργαλειοποιήσει τον σύγχρονο πολιτισμό, στρέφοντάς τον προς την υπηρέτηση μιας πατριωτικής ατζέντας3Βλέπε το πρόγραμμα «Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός», που φέτος θα είναι μονοθεματικό και θα χρηματοδοτήσει αποκλειστικά και μόνο παραστάσεις σχετικές με τη Μικρασιατική Καταστροφή.
    Φυσικά ούτε όλες οι παραστάσεις που αναφέρονται σε εθνικές επετείους έχουν πατριωτικό πρόσημο (μερικές προσπαθούν για την ακρίβεια να ανατρέψουν καθιερωμένα πατριωτικά αφηγήματα), ούτε το παραπάνω φαινόμενο εξηγεί από μόνο του την πληθώρα των καινούργιων έργων, καθώς παίζουν και άλλοι παράγοντες σημαντικό ρόλο. Παρόλα αυτά θεωρούμε πως η «ελληνικότητα» είναι μια τάση που επηρεάζει εδώ και χρόνια εντονότατα την επιλογή των θεατρικών έργων.

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Ελπίζουμε η έρευνα αυτή να μπορέσει να αποτελέσει έναυσμα για μια ειλικρινή συζήτηση σχετικά με το ρεπερτόριο των θεάτρων. Ελπίζουμε να προκύψουν αντίστοιχες έρευνες για τα θέατρα στις υπόλοιπες πόλεις και νέες προτάσεις για την ανάλυση του ρεπερτορίου, καθώς η επιλογή του πρώτου υλικού μιας παράστασης είναι τεράστιας σημασίας, ειδικά στο κειμενοκεντρικό θέατρο, το οποίο και επικρατεί. Δεν καθορίζει βέβαια απαραίτητα την αισθητική της εκάστοτε παράστασης ή τη θέση της απέναντι στα πράγματα, αφού το θέατρο ως παραστασιακό γεγονός λαμβάνει χώρα μόνο επί σκηνής. Σχετίζεται όμως άμεσα με το πώς αναπαρίσταται από σκηνής η κοινωνία στην οποία ζούμε και με το πώς συμμετέχει το θέατρο στον δημόσιο λόγο. Είναι μια πράξη πολιτική.

 

** Όλα τα στοιχεία της έρευνας έχουν ληφθεί καλή τη πίστη από Δελτία Τύπου και αποτυπώνουν την καλύτερη δυνατή εικόνα που μπορούσε να έχει για αυτά τη δεδομένη στιγμή ο συντάκτης. Για ενδεχόμενα λάθη ή παραλείψεις δεν φέρει ούτε ο συντάκτης ούτε το περιοδικό καμία ευθύνη.

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email